Η Eldorado δεν είναι πολιτισμός»-Διαμαρτυρία στο λιμάνι ενάντια στη χορηγία πολυεθνικών στην έκθεση ορυκτών
Με το σύνθημα «Η Eldorado δεν είναι πολιτισμός, είναι καταστροφή και θάνατος» κάτοικοι της Μ. Παναγιάς και
Με το σύνθημα «Η Eldorado δεν είναι πολιτισμός, είναι καταστροφή και θάνατος» κάτοικοι της Μ. Παναγιάς και
Αθηναϊκός Ορειβατικός Σύλλογος:
δυο φορές στα Άγραφα, μέσα σε δυο βδομάδες.
Στις 18 Σεπτεμβρίου κατατέθηκαν στην Βουλή για κύρωση τέσσερις νέες συμβάσεις παραχώρησης θαλάσσιων «οικοπέδων» συνολικής έκτασης 50.000 τ.χλμ. σε πετρελαϊκές επιχειρήσεις, μόλις λίγες μέρες πριν την σημαντική δέσμευση του πρωθυπουργού για τη κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων έως το 2028.
Παρότι από το 2012 μέχρι σήμερα οι διαδοχικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως κομματικής απόχρωσης, έχουν παραχωρήσει μια θαλάσσια και χερσαία έκταση 78.000 τ.χλμ, με τεράστια ρίσκα για τον φυσικό πλούτο της χώρας, το Ελληνικό Κράτος έχει αποτύχει παταγωδώς τόσο στο να διενεργήσει μια σοβαρή εξέταση κόστους-οφέλους (όπως θα όφειλε οποιαδήποτε σοβαρή κυβέρνηση), όσο και να ενημερώσει τους πολίτες για τα πραγματικά φορολογικά έσοδα που θα αποφέρουν οι εξορύξεις.
Έτσι τόσο οι πολίτες, όσο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αναγκάζονται να ενημερώνονται από συγκεκριμένες ‘πηγές’ (όπως την ίδια την πετρελαϊκή βιομηχανία), οι οποίες δεν εξηγούν ποτέ με τρόπο αντικειμενικό, σαφή και στοιχειοθετημένο πώς προκύπτουν οι εκτιμήσεις τους, σε ποιες μελέτες βασίζονται και ποια σενάρια εξετάζουν, όπως γίνεται σε κάθε σοβαρό business plan.
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εισήγηση του προέδρου της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ), κ. Γιάννη Μπασιά, στην Έκθεση Αξιολόγησης Συνέπειων Ρυθμίσεων για την παραχώρηση των τεσσάρων νέων «οικοπέδων», που κατατέθηκε πρόσφατα στη Βουλή.
Σε αυτή την εισήγηση, ο κ. Μπασιάς δηλώνει ευθαρσώς πως «τα έσοδα για το Ελληνικό δημόσιο […] εκτιμάται ότι θα ανέρχονται σχεδόν στο 40% του συνολικού οικονομικού οφέλους της επένδυσης».
Αυτή η διατύπωση είναι ένα μνημείο ασάφειας: από λογιστική σκοπιά δεν σημαίνει απολύτως τίποτα και δεν στηρίζεται σε καμία οικονομοτεχνική μελέτη.
Επίσης, αυτό το ποσοστό δεν προκύπτει από τις συμβάσεις παραχώρησης που κατατέθηκαν στη Βουλή. Όπως εξηγείται λεπτομερώς και παρακάτω, οι συμβάσεις αυτές προβλέπουν πολύ περιορισμένα έσοδα για το Δημόσιο, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο σκέλος των άμεσων εσόδων.
Ειδικότερα:
Μισθώματα
Κατά τις συμβάσεις που έχουν κατατεθεί για κύρωση στη Βουλή, το βασικό έσοδο του Δημοσίου αποτελείται από τα μισθώματα (royalties). Το μίσθωμα δεν είναι ένα σταθερό ποσοστό επί της παραχθείσας ποσότητας (όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες), αλλά είναι συνάρτηση των πετρελαϊκών τιμών και του κόστους εξόρυξης (cost of oil). Ανάλογα με τη διακύμανση αυτών των δυο παραγόντων, το Κράτος θα λαμβάνει το 4% με 15% (για κάποιες προηγούμενες παραχωρήσεις το προβλεπόμενο μίσθωμα κυμαίνεται μεταξύ 2% και 20%) της παραχθείσας ποσότητας, σε χρήμα ή σε είδος.
Ένα ρεαλιστικό σενάριο είναι το ποσοστό του μερίσματος να είναι μεσοσταθμικά της τάξης του 6% ή 7%, κατά μέσο όρο για μια περίοδο 25 ετών. Με άλλα λόγια, για κάθε 100 Ευρώ παραγωγής, το Δημόσιο θα λαμβάνει 6 ή 7 Ευρώ.
Ας παραθέσουμε ένα απτό παράδειγμα. Το κοίτασμα του Δυτικού Πατραϊκού υπολογίζεται σε 120 εκατ. ανακτήσιμα βαρέλια πετρελαίου. Εάν υποθέσουμε (μια αισιόδοξη εκτίμηση) πως οι πετρελαϊκές τιμές θα είναι, σε πραγματικούς ορούς και κατά μέσο όρο, της τάξης των $70 το βαρέλι (63.7 Ευρώ) κατά τα επόμενα 25 χρόνια, τότε η συνολική αξία του κοιτάσματος μπορεί να εκτιμηθεί σε 8.9 δισ. Ευρώ. Το συμβόλαιο του Δυτικού Πατραϊκού προβλέπει ένα μίσθωμα που κυμαίνεται από 2% έως 20%. Ακόμα κι αν υποθέσουμε, σε ένα αισιόδοξο σενάριο, πως το μίσθωμα θα είναι της τάξης του 10% σε βάθος 25ετίας, το Δημόσιο θα λάβει συνολικά 892 εκατ. Ευρώ. Με άλλα λόγια, κατά μέσο όρο περίπου 35 εκατ. το χρόνο.
Πρόκειται για ένα πενιχρό ποσό, εάν αναλογιστούμε πως τα συνολικά φορολογικά έσοδα του Δημοσίου ήταν της τάξης των 47.8 δισ. Ευρώ το 2018.
Ακόμα κι αν αποδειχτεί πως Ελλάδα διαθέτει «δέκα Πατραϊκούς», τα ετήσια έσοδα μέσω μισθωμάτων θα αντιστοιχούσαν, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, στο 0.7% των ετήσιων φορολογικών εσοδών του Δημοσίου (περίπου 356 εκατ. Ευρώ).
Φόρος εταιρικού εισοδήματος
Μια δεύτερη, αν και περιορισμένη, πηγή εσόδων για το Δημόσιο είναι ο φόρος εισοδήματος. Αξίζει σε αυτό το σημείο να σημειώσουμε πως οι πετρελαϊκές επιχειρήσεις τυχαίνουν προνομιακού καθεστώτος καθώς, αντίθετα με τις υπόλοιπες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήματος 28%, αλλά 20% συν ένα επιπρόσθετο ποσοστό της τάξεων των 5% που θα λαμβάνουν οι περιφέρειες. Πρέπει επίσης να επισημανθεί πως τα έσοδα μέσω της φορολογίας εταιρικού εισοδήματος θα είναι αντιστρόφως ανάλογα με τα έσοδα μέσω μερισμάτων, καθώς τα τελευταία αφαιρούνται από την φορολογική βάση της επιχείρησης.
Ο φόρος εταιρικού εισοδήματος δεν υπολογίζεται φυσικά ως ποσοστό του κοιτάσματος, αλλά ως ποσοστό των κερδών προ φόρου, τα οποία δεν αποτελούν πάρα ένα μικρό ποσοστό της αξίας παραγωγής.
Χρησιμοποιώντας και πάλι το παράδειγμα του Πατραϊκού, αφαιρώντας το μίσθωμα και υποθέτοντας ένα περιθώριο κέρδους προ φόρων της τάξης του 10%, το ποσό επί του οποίου θα φορολογηθεί η εταιρεία είναι της τάξης των 34.2 εκατ. το χρόνο (856 εκατ. σε βάθος 25ετιας). Το Κράτος αναμένεται να λαμβάνει το 20% αυτού του ποσού, δηλαδή 6.8 εκατ. Ευρώ ετησίως για 25 χρόνια, και η περιφέρεια το 5%, δηλαδή 1.7 εκατ. Ευρώ ετησίως.
Ακόμα κι αν το περιθώριο κέρδους προ φόρων αποδειχτεί μεγαλύτερο, φερειπείν της τάξης του 20%, είναι σαφές πως ο φόρος εταιρικού εισοδήματος θα αποφέρει ήσσονος σημασίας έσοδα στο Ελληνικό Δημόσιο και τις περιφέρειες. Ιδίως για τις περιφέρειες, είναι αδιανόητο να θεωρείται πως ποσά τέτοιας τάξης μεγέθους αποτελούν «αντισταθμιστικό» για την περιβαλλοντική υποβάθμιση που θα υποστούν.
Θετικό ή αρνητικό ισοζύγιο;
Είναι δεδομένο πως οι παραπάνω εκτιμήσεις βασίζονται σε ενδεικτικές υποθέσεις εργασίας, και πως απαιτείται πολύ πιο λεπτομερής δουλειά για να υπολογιστεί ένα ακριβές εύρος εσόδων για το Δημόσιο. Επίσης, υφίστανται σαφώς έμμεσες συνεισφορές λόγω οικονομικών πολλαπλασιαστών που πρέπει να συνυπολογιστούν.
Εντούτοις, από την άμεση φορολογία τουλάχιστον, δεν προκύπτουν τάξεις μεγέθους που να δικαιολογούν τις θριαμβολογίες αυτών που θεωρούν πως το Δημόσιο θα λαμβάνει σημαντικά έσοδα.
Οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση οφείλει εξίσου να εξετάσει μια σειρά άλλων οικονομικών παραμέτρων που θέτουν υπό αμφισβήτηση το υποτιθέμενο θετικό αντίκτυπο των εξορύξεων.
Πρώτον, στα έσοδα του Δημόσιου οφείλουν να συνυπολογιστούν ενδεχόμενες άμεσες και έμμεσες κρατικές επιδοτήσεις, που αποτελούν κόστος για το Δημόσιο. Παραδείγματος χάριν, το πρόσφατο «αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο» που κατατέθηκε σε διαβούλευση στις 11/09, επιτρέπει εφεξής την υπαγωγή «υποστηρικτικών δραστηριοτήτων εξόρυξης» φυσικού αεριού και πετρελαίου στον επενδυτικό νόμο, το οποίο συνεπάγεται επιδοτήσεις ή/και φοροελαφρύνσεις για τις πετρελαϊκές επιχειρήσεις.
Δεύτερον, όπως τονίζουν πλέον δεκάδες διεθνείς εκθέσεις και επιστημονικές μελέτες, η πλειονότητα των νέων εξορύξεων ενδέχεται στο άμεσο μέλλον να καταστούν οικονομικά ασύμφορες. Σύμφωνα με τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος του ΟΗΕ (στην Ειδική έκθεση για τον 1.5ο Κελσίου), η κατανάλωση πετρελαίου και φυσικού αεριού πρέπει να μειωθεί κατά τουλάχιστον 54% και 37% αντίστοιχα, έως το 2050 με σκοπό τον περιορισμό της αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη κατά 1,5°C. Η σταδιακή μείωση της ζήτησης για υδρογονάνθρακες θα μειώσει αναπόφευκτα την τιμή των υδρογονανθράκων, καθιστώντας ασύμφορες τις πιο κοστοβόρες εγκαταστάσεις (“stranded assets”), όπως είναι οι βαθείες και υπερβαθείες εξορύξεις που σχεδιάζονται σε Ιόνιο και Κρήτη. Σε αυτό το πιθανό σενάριο, τα οφέλη αναμένονται να είναι από μηδενικά έως και αρνητικά.
Τρίτον, όπως καταδεικνύει η οικονομοτεχνική ανάλυση για τις επιπτώσεις των προγραμμάτων εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στη χώρα μας («Economic impacts of the exploitation of hydrocarbons in Greece» από τον οργανισμό οικονομικών αναλύσεων Eftec για λογαριασμό του WWF Ελλάς), ο πολύ υπαρκτός κίνδυνος εκτεταμένης θαλάσσιας και παράκτιας ρύπανσης λόγω των εξορύξεων ενδέχεται να έχει δριμύτατες αρνητικές επιπτώσεις σε άλλους κλάδους της οικονομίας, όπως ο τουρισμός, με το σωρευτικό κόστος να αγγίζει τα 6 δισ. ευρώ σε βάθος 25ετίας.
Όταν το διακύβευμα είναι το μέλλον του θαλάσσιου και του παράκτιου φυσικού πλούτου της χωράς μας, που απειλείται ευθέως από ενδεχόμενες εξορύξεις, το ελάχιστο που οφείλει να κάνει το Ελληνικό Κράτος είναι μια σοβαρή εξέταση των οικονομικών των υδρογονανθράκων, και των εναλλακτικών δυνατοτήτων για επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, πριν ακόμα προχωρήσει με την κύρωση νέων συμβάσεων.
Οφείλει επίσης να αναλογιστεί την ευθύνη της Ελλάδας στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, από τη στιγμή που γνωρίζουμε πως η εκμετάλλευση των ήδη υπαρχόντων κοιτασμάτων πετρελαίου και αεριού παγκοσμίως μας οδηγούν πολύ πάνω από το ασφαλές όριο του 1.5ο Κελσίου, με εν δυνάμει καταστροφικές συνέπειες για την ελληνική κοινωνία και οικονομία, όπως υπογραμμίζει η μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, «Οι περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα».
*Ο Ολιβιέ Βαρδακούλιας είναι Οικονομολόγος - Υπεύθυνος Οικονομικών Πολιτικών της WWF Ελλάς.
Το Σάββατο 3/3/2018 ο Όμιλος Αυτοδυτών Λουτρακίου - Loutraki Dive Club πραγματοποίησε καθαρισμό βυθού στην Λίμνη Βουλιαγμένης.
Ο απολογισμός της κατάδυσης έφτασε τα 28 κιλά ή 234 τεμάχια ανθρώπινης ρύπανσης.
Συγκεκριμένα από το βυθό βρέθηκαν και ανελκύθηκαν: πλαστικά μπουκάλια, κουτάκια αλουμινίου, καπάκια καφέ, πλαστικά κουταλάκια και πιρούνια, συσκευασίες δολώματος, κομμάτια πλαστικό κλπ.
Η ομάδα απαρτιζόταν από 5 δύτες και 3 στην ξηρά.
«Προστατεύουμε αυτό που αγαπάμε , σεβόμαστε το περιβάλλον , σταματάμε να ρυπαίνουμε !!! Κοινοποιήστε τις δράσεις μας , ευαισθητοποιήστε τους γύρω σας !!», αναφέρει ο Όμιλος Αυτοδυτών Λουτρακίου.
|
του Στέφανου Σταμμέλου
[Επειδή πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την καύση με αφορμή την κυκλική οικονομία, ας δούμε τα αδιέξοδα που έχουν δημιουργηθεί στην υπόλοιπη Ευρώπη και πού οδηγούν και μας τα συμφέροντα των εργολαβικών εταιρειών και των τσιμεντάδικων, αν δεν υπάρξει αντίσταση στα σχέδιά τους. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι επιδοτήσεις των ΑΠΕ για την καύση αποβλήτων αντιστρατεύονται την κυκλική οικονομία της μείωσης των αποβλήτων μέσω του επανασχεδιασμού του τρόπου παραγωγής των προϊόντων. Σε μας η προωθούμενη καύση οργανικών, rdf, srf, κλπ, ενέχει τον κίνδυνο να θεωρηθεί η εύκολη λύση στο πρόβλημα των απορριμμάτων και να καθηλώσει ή και να μειώσει τα σημερινά ποσοστά ανακύκλωσης, όπως φαίνεται και από τις αναφορές στις χώρες της ανατολικής ευρώπης. Είναι ένα άρθρο του euractiv.com]
Η καύση των αποβλήτων για ενέργεια υπονομεύει τις προσπάθειες ανακύκλωσης της Ευρώπης, εκτρέποντας τα απόβλητα στους αποτεφρωτήρες αντί για επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση, ακυρώνοντας έτσι τον στόχο της καλοπροαίρετης οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ελαχιστοποίηση των αποβλήτων.
"Κλείσιμο του βρόχου"
Το 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δρομολόγησε μια πρωτοβουλία για την κυκλική οικονομία, με τίτλο "Κλείσιμο του βρόχου". Ο στόχος ήταν να ελαχιστοποιηθούν τα απόβλητα και να επεκταθεί η αξία των προϊόντων και των πόρων όσο το δυνατόν περισσότερο.
Καταρτίστηκε μια ιεράρχηση των αποβλήτων, όπου η μείωση, η επαναχρησιμοποίηση και η ανακύκλωση αποβλήτων βρίσκονται στην κορυφή - και η αποτέφρωση βρίσκεται ακριβώς πάνω από την υγειονομική ταφή. Με άλλα λόγια, τίποτα που θα μπορούσε να ανακυκλωθεί ή να λιπασματοποιηθεί δεν θα έπρεπε να καεί.
Αυτό συμβαδίζει με τον στόχο της ΕΕ για την ανακύκλωση, που συμφωνήθηκε το 2008, να ανακυκλωθεί το 50% όλων των αστικών αποβλήτων έως το 2020.
Αλλά τα απόβλητα μπορούν επίσης να καούν για να δημιουργήσουν θερμότητα ή ηλεκτρισμό, μια διαδικασία γνωστή ως «ενέργεια από απόβλητα». Και καθώς το οργανικό κλάσμα των αποβλήτων θεωρείται ανανεώσιμος πόρος, είναι επιλέξιμο για κρατικές επιδοτήσεις στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος της ΕΕ για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Οι χώρες προσπαθούν να αξιοποιήσουν στο έπακρο τις επιδοτήσεις, συχνά διαστρεβλώνοντας τους κανόνες
Ελλείψεις αποβλήτων
Οι επιδοτήσεις ενθάρρυναν τις επενδύσεις σε μονάδες αποτέφρωσης. Σύμφωνα με μια έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος του 2017, τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Σουηδίας, της Δανίας και της Εσθονίας, έχουν φθάσει σε πλεονάζουσα δυναμικότητα όσον αφορά στην αποτέφρωση - με άλλα λόγια, έχουν έλλειψη αποβλήτων.
Σε ένα ιδανικό σενάριο όπου ανακυκλώνεται το 65% των αποβλήτων, η Γαλλία, η Γερμανία, η Αυστρία και οι Κάτω Χώρες παράγουν επίσης λιγότερα απόβλητα από αυτά που χρειάζονται για αποτέφρωση.
Στην πραγματικότητα, αυτή η πλεονάζουσα δυναμικότητα θέτει ένα ανώτατο όριο στην ανακύκλωση: μια πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι με τους υφιστάμενους αποτεφρωτήρες του 2011, το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να ανακυκλώσει το 77% των αποβλήτων του.
Ωστόσο, η οικοδόμηση νέας δυναμικότητας οδήγησε σε μια παράδοξη κατάσταση: εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν όλες οι εγκαταστάσεις, μέχρι το 2030 η ανακύκλωση θα περιοριστεί στο 63%, απλά επειδή δεν υπάρχουν αρκετά απόβλητα.
Αυτό δεν είναι ένα υποθετικό σενάριο. O συμβιβασμός μεταξύ της ανακύκλωσης και της καύσης πραγματοποιείται ήδη σε ορισμένες χώρες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάλεσε τα κράτη μέλη νωρίτερα αυτό το έτος να σταματήσουν τις επιδοτήσεις σε «ενέργεια από απόβλητα» για να αποφύγουν την ανατροπή των στόχων ανακύκλωσης και της ιεραρχίας των αποβλήτων.
Ωστόσο, παρά τη μείωση της «ενέργειας από απόβλητα» σε ολόκληρο το μπλοκ (-3,2% το 2015 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος), αρκετές ανατολικές χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Σλοβενίας, της Βουλγαρίας, της Ουγγαρίας, της Λιθουανίας, της Πολωνίας, της Εσθονίας και της Σλοβακίας), αλλά επίσης και η Μεγάλη Βρετανία, η Αυστρία και τη Σουηδία, καίνε απόβλητα με αυξανόμενα ποσοστά.
"Εάν η λανθασμένη εφαρμογή της Οδηγίας των ΑΠΕ στρεβλώνει την οικονομία των αποβλήτων και την ιεραρχία, μακριά από την ανακύκλωση αλλά προς την καύση, θα φτάσουμε στο 2020 και θα απέχουμε πολύ από τους στόχους ανακύκλωσης της ΕΕ του 50%. Ο φόβος είναι ότι τα κράτη μέλη θα αναθεωρήσουν τις φιλοδοξίες της ανακύκλωσής τους προς τα κάτω", δήλωσε στο EURACTIV.com ο Enzo Favoino, επιστημονικός διευθυντής της ομάδας δράσης Zero Waste Europe.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η τάση ανακύκλωσης αντιστράφηκε - όπως στη Βουλγαρία (-15,4% το 2015 σε σύγκριση με το 2014) και στην Εσθονία (-6,4%) - ή εμφανίζει στασιμότητα, όπως στη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Και οι τέσσερις χώρες, κατά την ίδια περίοδο, αύξησαν το ρυθμό με τον οποίο καίγονται τα απόβλητα.
Εμπορία αποβλήτων
Όπου υπάρχει ζήτηση, υπάρχει προσφορά. Με τον τρόπο αυτό τα απόβλητα έγιναν εμπόρευμα: οι εισαγωγές σύμμεικτων αποβλήτων αυξήθηκαν πενταπλάσια μετά την εισαγωγή των επιδοτήσεων για την «ενέργεια από απόβλητα».
Επειδή τα απόβλητα έχουν καταστεί εμπορεύσιμο αγαθό, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν εμπόδια στο εμπόριο. Η αγορά αποφασίζει την τιμή και τα απόβλητα συρρέουν σε χώρες με σχετικά μεγαλύτερη δυναμικότητα διάθεσης, όπου καίγεται σε επιδοτούμενες εγκαταστάσεις.
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς αποβλήτων είναι η Γερμανία, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Εσθονία και το Βέλγιο - όλες χώρες με υψηλή δυναμικότητα αποτέφρωσης σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος.
Οι εξαγωγείς αποβλήτων συμπεριλαμβάνουν επίσης τους καθαρούς εισαγωγείς της Γερμανίας και της Αυστρίας, παραβιάζοντας την αρχή της εγγύτητας της ΕΕ (άρθρο 16 της οδηγίας για τη διαχείριση των αποβλήτων), σύμφωνα με την οποία τα απόβλητα πρέπει να διατίθενται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον τόπο παραγωγής τους.
Εξαπάτηση ως προς το περιεχόμενο του πράσινου κάδου
Σύμφωνα με την οδηγία της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μόνο ένα ορισμένο μέρος των σύμμεικτων αποβλήτων θεωρείται επιλέξιμο για επιδοτήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από «ανανεώσιμες πηγές», δηλαδή η βιομάζα. Πρόκειται για τα απορρίμματα κουζίνας και κήπων που καταλήγουν στον πράσινο κάδο των σύμμεικτων απορριμμάτων.
Εναπόκειται στις χώρες να αποφασίσουν ποιο ποσοστό των σύμμεικτων αποβλήτων τους αποτελείται από βιομάζα, αλλά δεν υπάρχει κανόνας ομοιόμορφος για το πώς να το κάνουμε αυτό. Χώρες όπως η Ολλανδία μετρούν το μέσο όρο του περιεχόμενου του πράσινου κάδου και δημοσιεύουν κάθε χρόνο ένα επίσημο ποσοστό αποβλήτων που είναι επιλέξιμο για κρατικές επιδοτήσεις.
Οι περισσότερες χώρες το θέτουν αυθαίρετα στο 50% (Γαλλία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο). Άλλοι, όπως η Εσθονία, δεν αποκαλύπτουν το επιδοτούμενο ποσοστό οργανικών αποβλήτων τους, διότι, όπως λένε, είναι ένα «εμπορικό μυστικό».
Η ΜΚΟ Ευρωπαϊκό Δίκτυο Κομποστοποίησης εκτιμά ότι το ποσοστό αυτό είναι πιο κοντά στο 40%, αν και εξαρτάται από την εποχή και τη χώρα.
Παρ' όλα αυτά, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΜΚΟ Zero Waste Europe, μια σειρά από εγκαταστάσεις αποτέφρωσης σε όλη την Ευρώπη λαμβάνουν επιδότηση για όλα τα απόβλητα που καίγονται, και όχι μόνο για το ανανεώσιμο μέρος - αυτά περιλαμβάνουν πλαστικό, χαρτί και χαρτόνι που μπορούν να ανακυκλωθούν - και έχουν μεγαλύτερη αρνητική επίπτωση στο περιβάλλον και στην υγεία.
Ο αποτεφρωτήρας Zabalgarbi στο Μπιλμπάο, Ισπανία, εξαπατεί με επιδοτήσεις ΑΠΕ σύμφωνα με τον Γκόρκα Μπουένο Μεντιέτα, καθηγητή μηχανικής στο Πανεπιστήμιο της Χώρας των Βάσκων.
"Αν και λιγότερο από το 20% της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας είναι ανανεώσιμης προέλευσης [...], κάθε μεγαβάτ που παράγεται στο Zabalgarbi ανταμείβεται με τιμολόγια τροφοδοσίας, σαν να προέρχεται όλο από τα απόβλητα", γράφει ο Μπουένο Μεντιέτα σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα.
"Η κατάσταση αυτή πρέπει να είναι γνωστή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να καταγγέλλεται".
* το άρθρο του euractiv.com https://www.euractiv.com/section/circular-economy/news/waste-subsidies-make-it-cheaper-to-burn-than-recycle/]
Στέφανος Σταμέλλος