Ποιο το ελληνικό τοπίο;

Ποιο το ελληνικό τοπίο;

(Μέρος 1ο)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«Περνώντας τα χρόνια
έχουμε δέσει, έχουμε στοιχειώσει
και το τοπίο δε λέει
να χορτάσει
απαιτητικό κι αβυσσαλέο
έρχεται από μακριά
κυλάει στο αίμα μας
μας αναστατώνει
κι ό,τι λέμε λευτερωθήκαμε
μες τα υπόγεια ρεύματά του
μας έχει παρασύρει.
Κι άλλον τόπο απ’ την Ελλάδα
ούτε να τον σκεφτούμε».

(«Ο τόπος μας», Γιάννης Νεγρεπόντης)

Ξεκινώντας με τη σκέψη του πρωτοπόρου της ιδέας του ελληνικού τοπίου Περικλή Γιαννόπουλου, που λέγει ότι «η βάση της ελληνικής αισθητικής είναι η ελληνική γη», διαπιστώνουμε τη σημασία της ιδιοσυστασίας του τόπου, της ελληνικής γης εν προκειμένω, για τη θεώρησή του. Ξεκινώντας λοιπόν από το αρχέτυπο της γης διατρέχουμε την ιστορική πραγματικότητα ως αποτυπώσεις της ζωής στο χώρο, που αποδίδεται υπαρκτικά ως οντότητες που δημιουργούν, ως εικόνες που μιλούν! Ο συστάμενος έτσι σε κάθε χρονική στιγμή τόπος αποτελεί την καταγραφή της ζωής κι εντέλει της αξίας του λαού που τον κατοικεί, καθόσον ο λαός δημιουργεί στον τόπο και τον διαμορφώνει. Το τοπίο επομένως είναι απόδοση του βίου του ανθρώπου, είναι ιστορία, είναι το αποτύπωμα του λαού που ζει τον τόπο.

Έχοντας αυτή την ιδέα καταλαβαίνουμε το περισσότερο που ήθελε να πει ο Γιαννόπουλος αναφερόμενος στην ελληνική γη· ότι το ελληνικό τοπίο δηλωνόμενο στη γη του, αναφέρεται στους ανθρώπους του, αφού αυτοί πρακτούν στον τόπο και τον εξελίσσουν. Είναι μετά τούτων η αισθητική για τον τόπο απόδοση της ενέργειας των ανθρώπων του˙ είναι συνεπώς κάτι πολύ βαθύτερο της οπτικής πρόσληψης και της ευφροσύνης για τον περίγυρο που εξ αυτής προκύπτει, είναι έκφραση ψυχής, της ελληνικής ψυχής, που αποδίδεται στον τόπο με τη δημιουργία του ανθρώπου. Ο αντιλήπτορας άνθρωπος θεωρώντας στον τόπο γίνεται νοός του, αντιλαμβανόμενος το βαθύτερο νόημα της πράξης του Έλληνα σε αυτόν και τη σημασία της ως δημιουργία. Λειτουργώντας έτσι εξηγεί τον τόπο θεωρώντας το τοπίο ως παράγωγο της φυσικής κι ανθρώπινης ενέργειας, γενόμενος συνειδητός της γης. Διότι η συνείδηση για τη γη είναι απότοκο της εννόησής της στο ιστορικό, φυσικό, πολιτιστικό και κοινωνικό της βάθος· στη διαιώνια διάστασή της.

Η ευθύνη του Έλληνα για τον τόπο του είναι ευθύνη για το τοπίο και τις αξίες του, για κείνα που πρεσβεύει. Το ελληνικό τοπίο νοηματοδοτεί τον τόπο με την ιστορία του και την ενέργειά του. Είναι ευθύνη προς το τοπίο συνεπώς η συνείδηση του Έλληνα για τον τόπο, καθώς αυτός ως έντρυφός του έχει σε κάθε στιγμή υποχρέωση να λογοδοτεί στην ιστορία του για την πράξη του παράγοντας παρόν και δημιουργώντας μέλλον. Είναι τούτο μια βαριά και συγχρόνως όμορφη παρακαταθήκη, που όμως βλέπεται ως τέτοια μόνο από τον νοό απόγονο, καθώς ο δυτικός στη σκέψη νεογενής Έλλην επιδιώκει την ανάπτυξή του διά της αγνόησής του ως ελληνική οντότητα, και γι’ αυτό ισοπεδώνει το παρελθόν ή το αποξεχνά και το αποδιώχνει, έχοντας ιστορική άγνοια κι συμπεριφορά ολετήρα! Ο σεβασμός του τόπου, και παραπέρα η ανάδειξη κι εξέλιξή του, αποτελεί ανάγκη κι ευθύνη απέναντι στον πολιτισμό του λαού, στο ιστορικό γίγνεσθαι που συστήνει και χαρακτηρίζει τον τόπο, για τη βιωματική του αξία, για τα θέμελα που τον κρατούν όρθιο, και για τη συνέχειά του, που θέλει κρατήματα, βαστήγματα ζωής για να πορευτεί. Η γη «μιλά» διά της ιστορίας της, μέσα από τις εικόνες και τα βιώματα, ο τόπος σε κινεί με το ιστορικό και ζωτικό εκτόπισμά του, θέτοντάς σε προ των ευθυνών σου ώστε να μη γενείς μικρός για την αξία του και να μπορέσεις να κρατήσεις το βάρος του στην ανάλαφρη, λεπτόγεω ελληνική γη!

Λέγει πάνου σε τούτα ο «αγιογράφος» του ελληνικού τοπίου και ο εκφραστής της ελληνικής ζωής, ο Φώτης Κόντογλου, αναφερόμενος στην πατρογονική γη της Μικρα-Ασίας: «Σε κείνα τα μονοπάτια μπορεί να συναπαντηθείς καμιά φορά και με τον Τηλέμαχο, που πάγει να ‘βρει τον πατέρα του, ή με τον Λουκά και τον Κλεώπα, που τραβάνε για τους Εμμαούς…»[1]

Θέτει, με το δικό του όμορφο τρόπο, καίρια ζητήματα ως προς τα παραπάνω ο Νίκος Καζαντζάκης: «Μα για μας τους Έλληνες η πίκρα είναι διπλή, γιατί θεωρούμε τους εαυτούς μας απόγονους και θέτουμε άθελά μας το χρέος να φτάσουμε τους μεγάλους προγόνους. Κι ακόμα πιο πολύ: το χρέος κάθε γιου να ξεπεράσει τους γονέους. Τι ευτυχία να μπορούσε ο Έλληνας να σεριανίζει στην Ελλάδα χωρίς ν’ ακούει φωνές, θυμωμένες, αυστηρές, από τα χώματα! Για έναν Έλληνα όμως το ταξίδι στην Ελλάδα καταντάει γοητευτικό κι εξαντλητικό μαρτύριο· στέκεσαι σε μια πατημασιά ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία: Μνήμα βαθύ, πατωσιές οι νεκροί, κι αναβαίνουν παράταιρες φωνές και κράζουν· γιατί ό,τι μένει από το νεκρό, αθάνατο, είναι η φωνή του. Ποια απ’ όλες τις φωνές να διαλέξεις; Κάθε φωνή και ψυχή, κάθε ψυχή λαχταρίζει ένα σώμα δικό της, κι η καρδιά σου ακούει, ταράζεται και διστάζει να πάρει απόφαση, γιατί συχνά οι πιο αγαπημένες ψυχές δεν είναι πάντα κι πιο άξιες».[2]

Και συνεχίζει πνοϊσμένα: «Όταν ένας Έλληνας ταξιδεύει στην Ελλάδα, το ταξίδι του μοιραία μετατρέπεται σ’ επίπονη αναζήτηση του χρέους. Πώς να γίνουμε κι εμείς άξιοι των προγόνων, πώς να συνεχίσουμε, χωρίς να την ντροπιάσουμε, την παράδοση της ράτσας μας; Μια αυστηρη ασίγαστη ευθύνη βαραίνει τους ώμους όλων των ζωντανών Ελλήνων. Ακαταμάχητη μαγική δύναμη έχει τ’ όνομα˙ όποιος γεννήθηκε στην Ελλάδα έχει το χρέος να συνεχίσει τον αιώνιο ελληνικό θρύλο. Ένα ελληνικό τοπίο δε δίνει σ’ εμάς τους Έλληνες μιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας· έχει ένα όνομα το τοπίο –το λένε Μαραθώνα, Σαλαμίνα, Ολυμπία, Θερμοπύλες, Μυστρά– συνδέεται με μιαν ανάμνηση, εδώ ντροπιαστήκαμε, εκεί δοξαστήκαμε, και μονομιάς το τοπίο μετουσιώνεται σε πολυδάκρυτη, πολυπλάνητη ιστορία. Κι όλη η ψυχή του Έλληνα προσκυνητή αναστατώνεται. Το κάθε ελληνικό τοπίο είναι τόσο ποτισμένο από ευτυχίες και δυστυχίες με παγκόσμιο αντίχτυπο, τόσο γεμάτο ανθρώπινο αγώνα, που υψώνεται σε μάθημα αυστηρό και δε μπορείς να του ξεφύγεις˙ γίνεται κραυγή, και χρέος έχεις να την ακούσεις. Αληθινά τραγική ‘ναι η θέση της Ελλάδας· βαριά πολύ η ευθύνη του σημερινού Έλληνα· απιθώνει στους ώμους μας επικίντυνο, δυσκολοεκτέλεστο χρέος…»[3]

Αυτό το χρέος του Έλληνα στ’ οποίο αναφέρεται παραπάνω ο Καζαντζάκης, αποδόθηκε πολύ εύστοχα από έναν «ξένο Έλληνα», τον Νιγηριανό συγγραφέα, σπουδαγμένο στην Ελλάδα (στην Οδοντιατριακή σχολή) και κατόπιν μόνιμο κάτοικο ΗΠΑ, τον Σαμ Τσέκουας (Sam Chekwas), ο οποίος μίλησε για το «θαύμα να νοιώθεις Έλληνας», προσδιορίζοντάς το στα πλαίσια ενός χρέους προς τη φυλή, μιας ευθύνης για τις αξίες της. Και τούτο διότι, το να νοιώθεις Έλληνας αποτελεί φτάσιμο σπουδαχτικό στον υπερούσιο σκοπό, να νοείσαι άνθρωπος· όχι κατ’ ευφημισμό, αλλά κατ’ ουσία. Ως τέτοιος έχεις αίσθηση των αξιών που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο και τον κάμνουν νοό για τα γύρα και πνοό ως δημιουργό. Το φτάσιμο συνεπώς στον άνθρωπο σημαίνει συγκρότησή σου ως Έλληνας –μεγάλη κουβέντα τούτη, μέγιστη ως ιδέα εφόσον εννοηθεί… Λέγει χαρακτηριστικά ο Τσέκουας: «Όταν μιλάω για την Ελλάδα, τα αισθήματα ξεχύνονται ποταμός μέσα μου κι εμποδίζουν τα λόγια. Δε βρίσκω λόγια να περιγράψω αυτό που νοιώθω, το τόσο δυνατό που με συνεπαίρνει και με απογειώνει, το τόσο σταθερό που έγινε ο άξονας της ζωής μου, το τόσο υπέροχο, που με κάνει να αισθάνομαι Άνθρωπος».[4]

Η έγνοια για τον τόπο και η σημασία της προστασίας του ελληνικού τοπίου εκφράστηκε παλαιότερα με την προσπάθεια του Έλληνα να κανοναρχήσει τον εαυτό του αποφαινόμενη περί της πράξεώς του σε σχέση με το τοπίο μιαν επιτροπή, η Κοσμητεία Εθνικού Τοπίου και Πόλεων. Το τοπίο εν προκειμένω προσλαμβάνει δι’ αυτής εθνικό χαρακτήρα και η προστασία του τίθεται υπό την ομπρέλα της ιδέας της ελληνικότητας, που θα την εξετάσουμε σ’ επόμενο κεφάλαιο (στο κεφάλαιο «Το ελληνικό τοπίο ως ιδέα»). Σύμφωνα με αυτή σε σχέση με το τοπίο, η Ελλάδα έχει την ιδιοτυπία των τόπων της, και εξ αυτού του λόγου έχει ιδιαιτερότητα, που απορρέει όχι μονάχα από τη φυσιογνωμία των τόπων, αλλά και από την ιστορία και τον πολιτισμό τους. Υπό την έννοια τούτη τα τοπία της είναι μοναδικά κι έχουν το προνόμιο να χαρακτηρίζονται στη βάση τούτη. Η  Κοσμητεία Εθνικού Τοπίου και Πόλεων, που δραστηριοποιήθηκε στις δεκαετίες του 1950 και 1960, ανέλαβε το ρόλο της διαφύλαξης των αξιών του τόπου, που ήταν κατ’ ουσίαν ρόλος παραστάτη της παράδοσης, που στα πλαίσια της νεοτερικής εξέλιξης του τόπου κινδύνευε ν’ απωλεσθεί. Όμως δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σημαντική συνεισφορά/προσφορά της στην περίσωση τοπίων που στη λαίλαπα του μεταπολεμικού πυρετού της αντιπαροχής είχαν τεθεί υπό αμφισβήτηση ή θα διατίθεντο προς αξιοποίηση κι εκμετάλλευση, και υπόκειντο σε καταστροφή. Μπορεί η Κοσμητεία να μην είχε λόγο αποφασιστικό κι εκτελεστική δυνατότητα, όμως η συμβουλευτική επιρροή της, όπως ακόμα και οι εκκλήσεις της σε σχέση με το τοπίο, από τα μέλη της που αποτελούσαν προσωπικότητες της ελληνικής κοινωνίας και του επιστημονικού κόσμου (Άγγελος Σιάγας, Δημήτριος Πικιώνης, Αριστομένης Προβελέγγιος κ.ά.), καθίστατο φορές σημαντική για την προστασία του ελληνικού τοπίου.[5]

Μια διάδοχος θα λέγαμε κατάσταση της Κοσμητείας, σε σχέση με το τοπίο και την προστασία του, με ολωσδιόλου βεβαίως άλλα χαρακτηριστικά και προσανατολισμούς, κι έχουσα πια θεσμικό ρόλο, αποτέλεσε πολλά χρόνια μετά η Εθνική Επιτροπή για το Τοπίο. Αυτή προέκυψε μετά την κύρωση της Σύμβασης για το Τοπίο από το ελληνικό κοινοβούλιο, που έγινε με το νόμο 3827/2010 (ΦΕΚ Α΄/30), και συγκροτήθηκε με υπουργική απόφαση στις 28-1-2011. Ήταν δεκαμελής και ο ρόλος της ήταν, α) η εισήγηση των αναγκαίων νομοθετικών ρυθμίσεων και τροποποιήσεων όπου απαιτείται, καθώς και προτάσεων για τη λήψη αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή των διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το Τοπίο, β) Η σύνταξη προδιαγραφών με στόχο την ανάθεση μελετών και προγραμμάτων για το τοπίο, γ) Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή πολιτικών για το τοπίο με στόχο την προστασία, τη διαχείριση και τον σχεδιασμό του μέσω της υιοθέτησης ειδικών μέτρων τα οποία έχουν προσδιορισθεί στην ευρωπαϊκή Σύμβαση, δ) Η ένταξη πολιτικής προστασίας για το τοπίο στο χωρικό σχεδιασμό σ’ εθνική, περιφερειακή και τοπική κλίμακα, στον περιβαλλοντικό σχεδιασμό και στις τομεακές πολιτικές, ε) Η δημιουργία τυπολογίας των ελληνικών τοπίων και δεικτών τοπίου, ανάλυση των χαρακτηριστικών του, διάγνωση και αξιολόγηση του δυναμικού μετασχηματισμού του.

Η παραπάνω επιτροπή λειτούργησε μόνο για ενάμισι έτος από τη συγκρότησή της, και μετά σταμάτησε τυπικά το έργο της λόγω «μη αντικατάστασης των παραιτηθέντων μελών». Ενώ παρήγαγε κάποιο σημαντικό έργο, όπως την ένταξη της διαχείρισης του τοπίου στις μελέτες για την επικαιροποίηση των Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, όπως και την ένταξη της έννοιας του τοπίου στην αναθεώρηση του Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας/Αττικής, εντούτοις δεν ασχολήθηκε με τα βασικά ζητήματα που απασχολούν το τοπίο, κι έχουν να κάμουν με την εκπόνηση μελέτης βάσης για την τυπολογία του τοπίου, τη δημιουργία δεικτών τοπίου, τη δημιουργία βάσης δεδομένων για το τοπίο, την εισήγηση ειδικού θεσμικού πλαισίου προστασίας του τοπίου κ.ά. Αναφέρεται, ως συγκριτική διαπίστωση ότι, ενώ η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες στην Ευρώπη που υπέγραψε την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Τοπίο, εντούτοις χρειάσθηκε μια δεκαετία για να την κυρώσει, με το νόμο που προαναφέρθηκε, ενώ, από την άλλη μεριά, κράτη με τοπιακή κουλτούρα και περιβαλλοντική συνείδηση, εφαρμόζουν από πολλές δεκαετίες πριν προγράμματα και λαμβάνουν μέτρα για το τοπίο, χωρίς ν’ απαιτηθεί η κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης γι’ αυτό˙ που παρόλα ταύτα στην περίπτωση της Ελλάδας, και πάλι δεν υπάρχει η απαιτούμενη προστασία! Αναφέρεται ως παράδειγμα η Μεγάλη Βρετανία κι ειδικότερα το Λονδίνο, που προστατεύει το αστικό του τοπίο αποφαινόμενη ως προς αυτό ειδική επιτροπή, η οποία δεν επιτρέπει την κατεδάφιση των παλαιών βικτωριανών κτηρίων, που αξιοποιούνται διατηρούμενα, και δεν επιτρέπει επίσης την ψηλή δόμηση για να μην ανατραπεί η ρυθμική κλίμακα της πόλης (για το λόγο αυτό, λόγω δηλαδή της έλλειψης καθ’ ύψος χώρου για δόμηση, εξαιτίας της σχετικής απαγόρευσης, οι Λονδρέζοι επεκτείνονται υπογείως, οικοδομώντας σε βάθος, διατηρώντας έτσι την απαιτούμενη κλίμακα ύψους).

Το «ελληνικό τοπίο» αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης έννοιας με την ονομασία «μεσογειακό τοπίο», με την οποία δηλοποιείται το τοπίο που χαρακτηρίζει ένα συγκεκριμένο γεωγραφικά χώρο, τη μεσογειακή λεκάνη, και τ’ οποίο εμφανίζει κοινά τοπιακά χαρακτηριστικά (δεν αναφερόμαστε στις −ανά τον κόσμο− περιοχές με μεσογειακό τύπο κλίματος –την Καλιφόρνια, τη Χιλή, τη Νότια Αυστραλία κ.ά.–, αλλά στις περιοχές του γεωγραφικού χώρου της Μεσογείου). Το ελληνικό τοπίο ξεχωρίζει ως κατηγορία του μεσογειακού για τα πολιτιστικά, ιστορικά, αρχιτεκτονικά, οικολογικά, φυσιογνωμικά στοιχεία που το ιδιαιτεροποιούν, όπως εξάλλου συμβαίνει και με αντίστοιχα άλλα τοπία περιοχών της Μεσογείου, που, βάσει των χαρακτηριστικών τους, σημαίνονται με ξεχωριστή ταυτότητα.

Το ελληνικό τοπίο μεθερμηνεύεται στην αντίληψη του θεωρού κι εγγράφεται ως ιδέα, ως απόδοση του ιστορικού, του φυσικού, του κοινωνικού, του πολιτιστικού βάθους του τόπου, με το κοίταγμα της ζωής και της πορείας του Έλληνα σε αυτόν. Εξηγείται σε δεύτερες σκέψεις, σε ύστερες θεωρήσεις, όταν έχει κατανοηθεί η σημασία και η αξία του. Γι’ αυτό κι απαιτεί βλέμμα σκεπτικό, «γυμνασμένο», που θα το διαισθανθεί και θα το δει στο παραπέρα του. Αλίμονο, όμως εάν απλά βλέπεται, αν δεν ιδώνεται βαθιά και προσπερνιέται, εάν ζητείται στο φακό να κοντοσταθεί κι αποτυπωθεί μόνο ως φωτογραφική μνήμη: τότε χάνεται στο ασύμπαντον της ζήσης, στη σάστιση και την αλλοτρίωση της κοντοζωής, καθώς γένεται αθεώρητο και στέκεται παράταιρο κι αγνοημένο. Μπορεί νάχει ασχημίες, απώλειες, κακοδαιμονίες, και τούτα να το χαρακτηρίσουν αρνητικά και να το καθιστούν απόκοιτο.

Όμως όχι, τούτα δεν είναι τα συστατικά του, ούτε τα δυνάμενά του. Έχει άλλα, βαθύτερα, για να θεωρηθεί˙ είναι η ζωντανή αίσθησή του, η εγερτική μεθεκτικότητα στο σύντονό του, τ’ ολοδύναμο σύμπαν του, η «μάνα» πρωτογένειά του που συγκινεί, το ασύλληπτο ψυχόρμητο της ζωής που δονεί, ο αγώνας της ωραιότητας που διάγει (έστω κι αν το βάλλει ο κακοδαίμονας Νεοέλληνας με την ασκημία…)· είναι τα υπερούσια στοιχεία του που το υπερκοσμούν και το κραταιούν! Όλα τούτα το κάμνουν σύστολο κι ολόζωο˙ το κάμνουν διαρκές κι ολόχαρο. Γι’ αυτό και ο Αμερικανός ιστορικός Γουίλιαμ Μακ Νηλ (William H. McNeill) σημείωνε το 1978 στο σημαντικό έργο του «Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο» τα εξής: «Όσο σημαντικές κι αν είναι οι αλλαγές στην ελληνική οικονομία, δεν είναι αρκετές για να μεταβάλλουν ολοκληρωτικά το τοπίο».[6]

Έγραφα, έχοντας τα παραπάνω κατά νου, στο πόνημά μου «Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ’ αυτή τη χώρα…»:  «Τι, αλήθεια, ήταν εκείνο που ώθησε το Γάλλο ζωγράφο Antoine – Louis Castellan το έτος 1808 να προτρέψει τους τοπιογράφους του κόσμου να επισκεφτούν τη χώρα μας, όταν είπε: “Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ’ αυτή τη χώρα…”; Ποια στοιχεία του ελληνικού τοπίου το κάμουν να ξεχωρίζει, το κάμουν ιδιαίτερο –αν θέλετε μοναδικό; Μήπως η σκιά της Ακρόπολης πάνω στην αποκαμωμένη Αθήνα; Μήπως η απλωσιά του ελαιώνα της Άμφισσας στα πόδια του Δελφικού μαντείου; Μήπως το κρινάκι στο βράχο του Ακροκόρινθου, το φρύγανο στην ερμόνησο, το πεύκο στην αττική γη; Μήπως το λαμπρό ελληνικό φως πα σε χαλάσματα, σ’ ερείπια, σε μνημεία; Την απάντηση στα ερωτήματα αυτά (αν δεν τα δούμε ως ρητορικά), δίνει ο Γάλλος πολιτικός και συγγραφέας Μωρίς Μπαρρές (Maurice Auguste Barrés) – (αναφέρεται στο Λακωνικό τοπίο): “…Μπορώ να πω με μια λέξη, την ωραιότερη σε όλη τη Δύση, τι αισθάνθηκα πάνω απ’ όλα σ’ αυτό το φημισμένο τοπίο: μεγαλοφροσύνη” (“Le voyage de Sparte”, Juven 1906). Και ο Στήβεν Ράνσιμαν (Steven Runciman) έλεγε για το Λακωνικό τοπίο: “Η ομορφιά της Ελλάδας έγκειται στην αντίθεση, αντίθεση ανάμεσα σε απότομα ακρωτήρια και γαλάζιους κόλπους, και ανάμεσα σε άγονες βουνοπλαγιές και εύμορφες κοιλάδες. Πουθενά αλλού η αντίθεση δεν είναι τόσο έντονη, όσο στην κοιλάδα της Σπάρτης, τη Λακεδαίμονα, την ¨κοίλη Λακεδαίμονα¨ της ομηρικής εποχής” (Runciman St., “Mistra”, Thames & Hudson 1980, σελ. 7). Ο δε Στρατής Μυριβήλης, μπρος στη μεγαλοπρέπεια του Ταΰγετου, αναφωνούσε εκστασιασμένος: “Να όλο το νόημά σου Ελλάδα!”».[7]

Η Ελλάδα είναι μια σύνθεση τοπίων, ένας πίνακας εικόνων, τόπων, μορφών, ζωών, που απεικονίζει το ελληνικό γίγνεσθαι, δηλαδή το πώς πλάσθηκε η ελληνική γη και συγκροτήθηκε ο ελληνικός τρόπος ζωής. Ιδού λοιπόν γιατί είναι ιστορία το τοπίο και γιατί συναρπάζει η ανάγνωσή του, διότι μπορεί διά της θεωρήσεώς του κι αποδίδει τη δημιουργία του, τον τρόπο που εννοείται. Αυτός αποτυπώνεται στα ελληνικά τοπία, που μπορεί να είναι ιστορικά, φυσικά, κοινωνικά, πολιτιστικά˙ πάντως τοπία πλασμένα στο δυνάμενο της ελληνικής γης ως σύνθεση πράξης και προοπτικής. Τοπία της θάλασσας και του βουνού, του κάμπου και του βράχου, της γυμνής γης και της σύμπυκνης από βλάστηση, τοπία νησιωτικά κι ορεινά, άνυδρα και βρόχινα, γόνιμα κι άγονα· μια ποικιλομορφία τόπων, ένα μωσαϊκό χρήσεων, ένα σύστημα συνδυασμένης πλούσιας ζωής –λόγω του πολυώδυνου και συγκλονιστικού βίου του κοινωνού Έλληνα.

Το ελληνικό τοπίο μπορεί να μην «κοιτιέται» στην πρώτη του εντύπωση, διότι δε λογίζεται στο ολίγο του, στο μικρό του, στο λιτό του, διότι δεν υπολογίζεται στη δύναμή του να πνοεί στην τέτοια του «μικρά» κατάσταση. Και τούτο διότι δεν έχουν αξία το μικρό, το λεπτό κι ολίγο, το λιανό, το θεωρούμενο άγονο, το τρόγυρα τραχύ κι άγριο −στοιχεία που χαρακτηρίζουν το ελληνικό τοπίο−, μπρος στο άφθονο, στο ξέχειλο, στο πληθωρικό, στο ιδανικευμένο, που ως «προσόντα» του τόπου θεωρούνται στο πρότυπο της νεοζωής, αποτελούντα στοιχεία της πλήσμονης ζωής που επιζητείται.

Το ελληνικό τοπίο αγνοείται όταν εκτιμάται με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Δεν έχει μπόι, δεν έχει πλούτο «πλούσιο», δεν προκαλεί και δεν εξάπτει. Έχει μύχια ομορφιά κι ενέργεια ξεταστική, πλούτο εσωτερικό και διάπυρο, εκφρασμένο μικρογραφικά –γι’ αυτό κι είναι ανείδωτος–, έχει αύρα θετική προκύπτουσα από τη γονιμοποιό αρχή της δημιουργίας. Είναι τοπίο διαισθητικό, συνθετότερο του σύνθετου της πλησμονής, καθώς είναι τοπίο της απειροσύνθετης απλότητας. Γιατί το τοπίο το ελληνικό θέλει περπατηξιά και γέψη της γης για να κατανοηθεί, θέλει σπουδή κι αίσθηση, θέλει πνεύμα, ίδρω κι έγνοια˙ καθώς, βιωματικό είναι κι όχι εικονοπλαστικό. Έχει ρυτίδες και ρόζους, κι όχι ωραιοτεχνίες και σχεδιαστικά μορφώματα −έχει και τέτοια, μα με ξεχωριστό κοίταγμα και με βλέμμα ασκημένο θεωρημένα. Έχει «πρασινάδα λυγισμένη με άνεμο και λόγο» (από το «Διόνυσο», Οδυσσέας Ελύτης), κι όχι «θάλασσες από αδιάφορο μονότονο πράσινο και απρόσωπες πολιτείες, ξένες, μακρινές…» (από τη «Μετοικεσία», Γιώργος Αργυρός). Η νοιώση του είναι το κέρδισμα από αυτό, είναι η αποκόμιση της αξίας του γιομάτου από ιδέα βλέμματος. Είναι η απόλαψη του βιωμένου τόπου, που τον κάμει πάγκοσμο και φτιάχνει τον θεωρό οικείο του, σε σημείο που τον δένει μητρικά με αυτόν (όπως ο ποιητής Γιάννης Νεγρεπόντης μάς λέγει στο ποίημά του του προοιμίου).

(απόσπασμα από το βιβλίο “Το ελληνικό τοπίο. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Κόντογλου Φ., «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», εκδόσεις Παπαδημητρίου, Αθήνα 2001, σελ. 110.

[2] Καζαντζάκης Ν., «Αναφορά στον Γκρέκο», εκδόσεις Καζαντζάκη (Νίκη Σταύρου), Αθήνα 2015, σελ. 203-204.

[3] ο.π., σελ. 204-205.

[4] Chekwas S., «Το θαύμα να νοιώθεις… Έλληνας! Δέκα συναντήσεις με την Ελλάδα», εκδόσεις Μπαζαίος, Αθήνα 2004, από το οπισθόφυλλο του βιβλίου.

[5] Η Κοσμητεία Εθνικού Τοπίου και Πόλεων ιδρύθηκε το 1957 και λειτουργούσε στα πλαίσια του Τεχνικού Επιμελητηρίου αποτελούμενη από διαπρεπείς προσωπικότητες. Προήλθε από μετεξέλιξη της αρχικώς συγκροτηθείσας (το έτος 1953) Επιτροπής Προστασίας του Ελληνικού Τοπίου, που είχε δημιουργηθεί με πρωτοβουλία επιφανών πνευματικών Ελλήνων (αρχιτεκτόνων, αρχαιολόγων, ιστορικών, λογοτεχνών, εικαστικών καλλιτεχνών κ.ά. ) Αυτή εξέδωσε Ψήφισμα για το ελληνικό τοπίο κι ανέλαβε διάφορες δράσεις. Πρωταρχικός στόχος της Κοσμητείας ήταν η διάσωση και διατήρηση της φυσικής και ιστορικής αξίας του ελληνικού τοπίου, η συνειδητοποίηση της κοινής γνώμης, οι προτάσεις μέτρων και η παρότρυνση των αρμοδίων φορέων σε τοπιακά ζητήματα. Στην περίοδο της ενεργής δράσης της Κοσμητείας συντελέστηκαν σημαντικά έργα που είχαν σχέση με τη διαφύλαξη τόπων και την ανάδειξη τοπίων, όπως τα έργα διαμόρφωσης των λόφων της Ακρόπολης και του Φιλοπάππου, η διαμόρφωση του Λυκαβηττού, με την τοπιακή ενσωμάτωση στο περίγραμμά του τού πρωτοποριακού ανοιχτού θεάτρου του αρχιτέκτονα Τάκη Ζενέτου κ.ά. Παρέμβηκε επίσης καθοριστικά σε πολλές περιπτώσεις κι ασχολήθηκε με θέματα όπως η λατόμηση στην Πεντέλη, η αποξήρανση της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, η κατασκευή του ουρανοξύστη στην Αθήνα, η τοποθέτηση και κατασκευή του Ολυμπακού Σταδίου, η οικοπεδοποίηση της «Κοίλης» κ.ά.

[6] McNeill W. H., «Η μεταμόρφωση της Ελλάδας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», μετάφραση: Νίκος Ρούσσος, επιμέλεια – διόρθωση: Αλέξανδρος Καρατζάς, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2017, σελ. 19.

[7] Καπετάνιος Αντ., «Τοπιογράφοι, ελάτε γρήγορα σ’ αυτή τη χώρα…», εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 2009, σελ. 13.

 

Η Ιστορία του Ισθμού της Κορίνθου από την αρχαιότητα ως σήμερα



Η "Άφνειος Κόρινθος"

Η «΄Αφνειος Κόρινθος» υπήρξε από την αρχαιότητα μια από τις πιο σημαντικές πόλεις του τότε γνωστού κόσμου, αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας.... Η γεωγραφική της θέση την ανέδειξε σε σπουδαίο Ναυτικό, Εμπορικό και Πολιτιστικό κέντρο. Το πέρασμα του Ισθμού και η παράκαμψη του Κάβου Μαλέα απασχόλησε από πολύ νωρίς τους ναυτιλλόμενους.

Η δυσκολία της μεταφοράς των εμπορευμάτων δια ξηράς με τη μέθοδο της μεταφοράς τους ώθησαν τον Τύραννο της Κορίνθου, Περίανδρο, να κατασκευάσει τον περίφημο δίολκο, ένα πλακόστρωτο διάδρομο, ντυμένο με ξύλα πάνω στον οποίο γλιστρούσαν τα πλοία της εποχής εκείνης αλειμμένα με λίπος και περνούσαν τον Ισθμό από την μια ακτή στην άλλη. Υπήρχε μάλιστα και μια ειδική λέξη γι’ αυτή τη διαδικασία μεταφοράς των πλοίων. Έλεγαν ότι τα πλοία υπέρ-ισθμίζοντο, δηλαδή διείλκοντο δια μέσου της ξηράς από τη μια θάλασσα στην άλλη, ενώ τα εμπορεύματα μεταφέρονταν με υποζύγια.
Βέβαια για το πέρασμα αυτό τα πλοία πλήρωναν πανάκριβα τέλη (διόδια) που ήταν και το πιο σημαντικό έσοδο της Κορίνθου.




Οι πρώτες σκέψεις για την τομή του Ισθμού

Από μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων προκύπτει ότι ο πρώτος που σκέφθηκε την διάνοιξη του Ισθμού ήταν ο Τύραννος της Κορίνθου Περίανδρος, ένας από τους Επτά Σοφούς της Αρχαιότητας, γύρω στο 602 Π.Χ. γρήγορα όμως εγκατέλειψε το σχέδιο του, από το φόβο ότι θα προκαλούσε την οργή των Θεών, ύστερα από το Χρησμό της Πυθίας που έλεγε « Ισθμόν δε μη πυργούτε μήδ’ ορύσσετε». «Ζευς γαρ έθηκε νήσον η κ’ εβούλετο».

Το πιθανότερο είναι ότι ο χρησμός προκλήθηκε από τους ιερείς των διαφόρων ναών, που φοβήθηκαν ότι, διανοίγοντας τον Ισθμό, θα έχαναν τα πλούσια δώρα και αφιερώματα των εμπόρων, που δεν θα είχαν πια λόγο να μένουν στην Κόρινθο. Ο βασικός όμως λόγος που ανάγκασε τον Περίανδρο να εγκαταλείψει το σχέδιο του δεν ήταν η Θεϊκή οργή αυτή καθαυτή, αλλά οι τεράστιες τεχνικές δυσκολίες εκτέλεσης του έργου και τα οικονομικά συμφέροντα της Κορίνθου, που επιθυμούσε να διατηρήσει την προνομιούχο θέση της ως «κλειδούχος» του διαμετακομιστικού εμπορίου της Μεσογείου.



Άλλωστε, η συνέχιση του «περάσματος» των πλοίων δια της «διόλκου» δεν παρουσίαζε ιδιαίτερα προβλήματα στην Κόρινθο, διότι τα τότε πλοία ήταν μικρών διαστάσεων (τριήρεις) και η μυϊκή δύναμη των δούλων και των ζώων της εποχής ήταν επαρκής για το σκοπό αυτό

Τρεις αιώνες μετά τον Περίανδρο, το 307 Π.Χ., ο Δημήτριος ο Πολιορκητής επιχείρησε να θέσει σ΄ εφαρμογή το ίδιο σχέδιο τομής του Ισθμού, αλλά εγκατέλειψε την ιδέα, όταν οι Αιγύπτιοι Μηχανικοί, που έφερε γι’ αυτό το σκοπό, τον διαβεβαίωσαν ότι η διαφορά της στάθμης του Κορινθιακού από τον Σαρωνικό ήταν τέτοια που, με την τομή του Ισθμού, τα νερά του Κορινθιακού που θα χύνονταν στον Σαρωνικό θα τον πλημμύριζαν, με συνέπεια την καταπόντιση της Αίγινας και των γειτονικών νησιών και ακτών.




Κατά την Ρωμαϊκή εποχή, δηλαδή μετά από 2,5 Αιώνες, ο Ιούλιος Καίσαρ το 44 Π.Χ. και ο Καλιγούλας το 37 Π.Χ. κάνουν σχέδια τομής του Ισθμού, τα οποία όμως εγκαταλείφθηκαν για πολιτικούς και στρατιωτικούς λόγους.Στα σχέδια αυτά βασίσθηκε ο Νέρωνας, όταν αποφάσισε το 66 Μ.Χ. να πραγματοποιήσει το έργο. Οι εργασίες άρχισαν το 67 Μ.Χ. και από τις δυο άκρες ( Κορινθιακό – Σαρωνικό), και χρησιμοποιήθηκαν τότε χιλιάδες εργάτες. Την έναρξη των εργασιών έκανε ο ίδιος ο αυτοκράτορας στις 28 Νοεμβρίου, δίδοντας το πρώτο χτύπημα στη γη του Ισθμού με χρυσή αξίνα. Οι εργασίες εκσκαφής είχαν προχωρήσει σε μήκος 3.300 μ., σταμάτησαν όμως, όταν ο Νέρωνας αναγκάστηκε να γυρίσει στη Ρώμη για να αντιμετωπίσει την εξέγερση του στρατηγού Γάλβα.
Τελικά, με το θάνατο του Νέρωνα – που συνέβη λίγο μετά την επιστροφή του – το έργο εγκαταλείφθηκε. Το πόσο σοβαρή και μελετημένη ήταν η προσπάθεια του Νέρωνα αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι κατά την οριστική διάνοιξη της διώρυγας, στους νεότερους χρόνους, βρέθηκαν 26 δοκιμαστικά πηγάδια βάθους 10 μέτρων το καθένα και διάφοροι τάφροι της εποχής του.

Μετά τον Νέρωνα, ο Ηρώδης ο Αττικός προσπάθησε να διανοίξει τη διώρυγα, αλλά οι προσπάθειες του, όσο και των Βυζαντινών αργότερα, σταμάτησαν αμέσως. Μετά από αιώνες, οι Ενετοί προσπάθησαν να διανοίξουν τον ισθμό ξεκινώντας τις εκσκαφές του από τον Κορινθιακό αυτή τη φορά. Οι μεγάλες όμως δυσκολίες που συνάντησαν οδήγησαν σχεδόν αμέσως στη διακοπή των εργασιών.





Τα προκαταρκτικά της διόρυξης

Το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας βρήκε την Ελλάδα στο κατώφλι της Βιομηχανικής εποχής. Οι συνθήκες για τη διόρυξη του Ισθμού ήταν πιο ευνοϊκές και ο κυβερνήτης Καποδίστριας, προβλέποντας τη μεγάλη σημασία που θα είχε γενικότερα για την ανάπτυξη της χώρας η κατασκευή της διώρυγας, ανέθεσε τη σχετική μελέτη σε ειδικό μηχανικό. Τo κονδύλι όμως των 40 εκατομμυρίων



χρυσών φράγκων που σύμφωνα με τον προϋπολογισμό δαπάνης, κρίθηκε αναγκαίο για την εκτέλεση του έργου, δεν μπορούσε να εξευρεθεί από τη διεθνή χρηματαγορά, πολύ περισσότερο δε να διατεθεί από τον ελληνικό προϋπολογισμό. Έτσι η προσπάθεια του κυβερνήτη Καποδίστρια εγκαταλείφθηκε.

Με την Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα και 2400 χρόνια από την εποχή του Τυράννου της Κορίνθου Περίανδρου, η Τεχνολογική εξέλιξη επέτρεψε την υλοποίηση της πανάρχαιας ιδέας διόρυξης του Ισθμού. Η πραγματοποίηση του έργου κρίθηκε αναγκαία από την μελέτη των συνθηκών του διεθνούς εμπορίου και της ναυτιλίας στη Μεσόγειο. Έτσι άρχισε η προσπάθεια εξεύρεσης κεφαλαίων από τη διεθνή χρηματαγορά. Η δια του Ισθμού οδός παρείχε δυο σημαντικά πλεονεκτήματα στην διεθνή ναυτιλία και κατ’ επέκταση στο διεθνές εμπόριο. Ασφάλεια και Οικονομία. Η παράκαμψη των επικίνδυνων ακρωτηρίων Κάβο Μαλέα και Κάβο Ματαπά δεν θα μείωνε μόνο τους κινδύνους από ναυτικά ατυχήματα, αλλά και το κόστος μεταφοράς (ασφάλιστρα, καύσιμα, χρόνος).

Μετά από τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ (1869), η Κυβέρνηση Ζαΐμη, το Νοέμβριο του 1869, έλαβε την απόφαση τομής του Ισθμού και ψήφισε το νόμο της « περί διορύξεως του Ισθμού της Κορίνθου». Με το νόμο αυτό είχε δικαίωμα η κυβέρνηση να παραχωρήσει σε εταιρεία η ιδιώτη το προνόμιο κατασκευής και εκμεταλλεύσεως της διώρυγας της Κορίνθου. Τελικά το 1881 το ελληνικό δημόσιο κατακύρωσε το έργο στον στρατηγό Στέφανο Τύρρ μαζί με το προνόμιο εκμεταλλεύσεως της



διώρυγας για 99 χρόνια. Ο Τύρρ, ένα χρόνο μετά την κατακύρωση του έργου, συνέστησε ανώνυμο εταιρεία με την επωνυμία «Διεθνής Εταιρεία της θαλασσίου Διώρυγας της Κορίνθου».
Με τη σύμβαση αυτή και ύστερα από διάφορες τροποποιήσεις, οι διαστάσεις της διώρυγας καθορίστηκαν τελικά σε 22μ. πλάτος στον πυθμένα, 24 μ. στην επιφάνεια της θάλασσας και βάθος 8 μ.

Έναρξη εργασιών διορύξεως του Ισθμού

Η έναρξη των εργασιών έγινε στις 23.4.(5.5.) 1882. Η μελέτη του έργου έγινε από τον Ούγγρο Β.





Gerfer, αρχιμηχανικό της διώρυγας Φραγκίσκου στην Ουγγαρία, και ελέγχθηκε από τον μηχανικό Daujats, αρχιμηχανικό της διώρυγας του Σουέζ. Για την τελική κατάληξη έγιναν μελέτες τριών χαράξεων. Τελικά προκρίθηκε η χάραξη που είχε εφαρμόσει ο Νέρωνας σαν η πιο σωστή και οικονομική, σε μήκος 6.300 μ. Ύστερα όμως από 8 χρόνια, το 1890, η εταιρεία αυτή διέκοψε τις εργασίες της – εξαιτίας της εξάντλησης όλων των κεφαλαίων της – και τελικά διαλύθηκε.
Τη συνέχιση του έργου ανέλαβε Ελληνική εταιρεία με την επωνυμία « Εταιρεία της Διώρυγας της Κορίνθου» υπό τον Α. Συγγρό, που ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών στην εργοληπτική εταιρεία του Α. Μάτσα, η οποία και αποπεράτωσε το έργο.




Αυτό το οικονομικό τόλμημα, αυτός ο τεχνικός άθλος με την χρησιμοποίηση 2.500 εργατών και των
τελειότερων μηχανικών μέσων της εποχής πραγματοποιήθηκε μετά 11 χρόνια με εξόρυξη 12 εκατ. κυβικά χωμάτων. Έτσι στις 25.7.(7.8.) 1893 έγιναν τα εγκαίνια με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια.

Εκτός από τα κρηπιδώματα, που στηρίζουν το υποθαλάσσιο τμήμα της διώρυγας, είχε γίνει επένδυση και των πρανών σε επιφάνεια 30.000 τετραγωνικών μέτρων. Η διώρυγα κόβει σε ευθεία γραμμή τον Ισθμό της Κορίνθου, σε μήκος 6.346 μ. Το πλάτος της Διώρυγας στην επιφάνεια της θάλασσας είναι 24,6 μ. και στο βυθό της 21,3 μ., ενώ το βάθος της κυμαίνεται μεταξύ 7,50 έως 8 μ. Ο συνολικός όγκος των χωμάτων που εξορύχθηκαν για την κατασκευή της Διώρυγας έφθασε τα 12 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Η γεωλογική σύσταση των πρανών της Διώρυγας είναι ανομοιόμορφη, με ποικιλία γεωλογικής συστάσεως εδαφών, που κόβονται από δεκάδες ρήγματα με κατεύθυνση από Ανατολών προς Δυσμάς και με οξεία γωνία σχετικά με τον άξονα της Διώρυγας. Αυτή η ιδιόμορφη γεωλογική σύσταση είχε



σαν συνέπεια καταπτώσεις κατά καιρούς μεγάλων όγκων χωμάτων, με αποτέλεσμα να παραμείνει η Διώρυγα κλειστή για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Συνολικά, από την έναρξη λειτουργίας της μέχρι το 1940, οι διάφορες καταπτώσεις προκάλεσαν το κλείσιμο της Διώρυγας για διάστημα 4 χρόνων. Η σημαντικότερη από τις καταπτώσεις αυτές έγινε το 1923 οπότε κατέπεσε όγκος χωμάτων 41.000 κυβικών μέτρων- και κράτησε τη Διώρυγα κλειστή για 2 χρόνια.

Επίσης μεγάλη διακοπή της λειτουργίας της Διώρυγας έγινε το 1944 και οφείλεται σε ανατίναξη των πρανών που προκάλεσαν οι Γερμανοί φεύγοντας. Κατέπεσε τότε όγκος 60.000 κυβικών μέτρων χωμάτων, οι δε εργασίες εκφράξεως κράτησαν 5 χρόνια (1944-1949).Ας σημειωθεί ότι πριν από την ανατίναξη οι Γερμανοί έριξαν στη Διώρυγα σημαντικό αριθμό σιδηροδρομικών οχημάτων, για να δυσχεράνουν το έργο της έκφραξης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, διήρκεσε 5 χρόνια.




Η «Εταιρεία της Διώρυγας της Κορίνθου» εκμεταλλεύτηκε τη διώρυγα μέχρι το 1906, οπότε, από οικονομική αδυναμία, αναγκάστηκε να την εκποιήσει και, ύστερα από πλειστηριασμό, την ανέλαβε η Εθνική τράπεζα, που ίδρυσε την « Νέαν Ανώνυμον Εταιρείαν της διώρυγας της Κορίνθου».Από την 1η Νοεμβρίου 1980 η εκμετάλλευση της διώρυγας περιήλθε στο Ελληνικό δημόσιο, το οποίο συνέστησε Κρατική εταιρεία, με την επωνυμία « Ανώνυμος Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου».

Τον Ιανουάριο του 2001, του Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας πραγματοποίησε διεθνή διαγωνισμό για την ανάδειξη Παραχωρησιούχου ο οποίος θα αναλάμβανε, μέσω Σύμβασης Παραχώρησης, για χρονικό διάστημα τριάντα ετών, την άσκηση και εκμετάλλευση των Δικαιωμάτων της Διώρυγας Κορίνθου. Η Εταιρεία Sea Containers Services Ltd υπέγραψε στις 18.05.2001, μέσω της Περίανδρος Α.Ε., της Ελληνικής εταιρείας που ίδρυσε για το σκοπό αυτό, τη Σύμβαση Παραχώρησης για την εκμετάλλευση των δικαιωμάτων της Διώρυγας Κορίνθου με την Α.Ε.ΔΙ.Κ. Η Σύμβαση Παραχώρησης τέθηκε σε ισχύ την 10η Σεπτεμβρίου 2001 και από τότε η Περίανδρος Α.Ε. διαχειρίζεται τη Διώρυγα της Κορίνθου καθώς και την ακίνητη περιουσία αυτής.




Σημασία της διώρυγας σήμερα

Η Διώρυγα της Κορίνθου αποτελεί διεθνή κόμβο θαλάσσιων συγκοινωνιών και εξυπηρετεί πλοία όλων των εθνικοτήτων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε χρόνο περνούν τη διώρυγα 12.000 πλοία 50 και πλέον διαφορετικών εθνικοτήτων.

Πάμπλο Πικάσο: ‘Η τέχνη είναι ένα ψέμα που μας βοηθάει να ανακαλύψουμε την αλήθεια’

“Όλοι θέλουν να καταλάβουν τη ζωγραφική. Γιατί δεν προσπαθούν να καταλάβουν το κελάηδημα των πουλιών; Τους αρέσει η νύχτα, ένα λουλούδι, τόσα πράγματα γύρω τους, χωρίς να τα καταλαβαίνουν. Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να καταλάβουν τη ζωγραφική;”

Ο Πάμπλο Πικάσο (25-10-1881–1973) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα. Μία καλλιτεχνική ιδιοφυΐα που κατάφερε να φτάσει στην κορυφή. Δημιουργός του κυβισμού και του κολάζ, δύο στυλ που επηρέασαν τους ζωγράφους των γενεών που ακολούθησαν μέχρι και σήμερα. Είναι γνωστός σε όλους για τα έργα του, το μοναδικό
του στυλ και την πρωτοπορία του. Ενώ η τέχνη του φαίνεται αρχικά ιδιαίτερα περίπλοκη, τα θέματα των έργων του είναι συνήθως πολύ απλά, όπως η ειρήνη, η αγάπη, η ζωή και ο θάνατος, η καθημερινότητα και η φύση των ανθρώπων. Με τις τεχνοτροπίες του κατάφερε να τα κάνει κατανοητά στους ανθρώπους και να τα θυμούνται όσος καιρός και αν περάσει. Αν και ο Πικάσο ήταν πρώτα απ' όλα ζωγράφος, εργάστηκε επίσης με μικρά κεραμικά και χάλκινα γλυπτά, ενώ έγραψε ακόμη και ποιήματα.

Αν και θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους του μοντέρνου κινήματος, το πλήθος των διαφορετικών στυλ που χαρακτηρίζει το έργο του κάνει δύσκολη την κατάταξή του σε συγκεκριμένο ρεύμα. Ο Πικάσο είναι ένας από τους παραγωγικότερους ζωγράφους όλων των εποχών. Για τους λόγους αυτούς τα πολυάριθμα έργα του χωρίζονται σε περιόδους:
Η Γαλάζια Περίοδος (1901–1904) χαρακτηρίζεται από τη χρήση γαλάζιων και γαλαζοπράσινων τόνων, συναισθηματική φόρτιση και θέματα όπως πόρνες, επαίτες και καλλιτέχνες.
Στη Ροζ Περίοδο (1904–1906) κυριαρχούν οι γήινοι και ρόδινοι τόνοι και μια πιο αισιόδοξη διάθεση, ενώ τα κύρια θέματά του γίνονται οι ακροβάτες και οι αρλεκίνοι.



Στην Αφρικανική περίοδο (1906–1909) οι φόρμες είναι επηρεασμένες από αφρικανικά αντικείμενα και εξελίσσονται οδηγώντας στον κυβισμό (οι Δεσποινίδες της Αβινιόν).
Αναλυτικός Κυβισμός (1909–1912) είναι η τεχνική που δημιούργησε μαζί με τον Georges Braque στην οποία τα αντικείμενα αναλύονται σε βασικά σχήματα
Στον Συνθετικό Κυβισμό (1912–1919) χρησιμοποίησαν την τεχνική του κολλάζ για να συνθέσουν τις μορφές με τη χρήση κομματιών χαρτιού.
Από το 1920 και μετά το έργο του χαρακτηρίζεται από μια στροφή στον κλασικισμό αλλά και τον σουρεαλισμό, στη γλυπτική αλλά και τη χρήση μικτών τεχνικών ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Σημαντική θέση στο έργο του έχει η τόσο πολύτιμη και φυσικά διαχρονική αξία της ειρήνης. Ο Πάμπλο Πικάσο είναι ο δημιουργός του Περιστεριού της Ειρήνης, ζωγραφίζοντάς το και δίνοντάς του τη σημασία που έχει σήμερα. Του δίνει ζωή ξανά στον μοντέρνο πια δικό του κόσμο μέσα από μια λιθογραφία που εμφανίζεται για πρώτη φορά δημόσια στην αφίσα για το Παγκόσμιο Συνέδριο Ειρήνης, που θα λάμβανε χώρα στο Παρίσι.

Φυσικά, η Γκουέρνικα (Γκερνίκα) είναι το πιο γνωστό του έργο, εξολοκλήρου αφιερωμένο στον τρόμο του πολέμου και κατά συνέπεια στην ανάδειξη της ειρήνης. Ήταν παραγγελία της δημοκρατικής κυβέρνησης της Ισπανίας για μια έκθεση στο Παρίσι το 1937. Ο Πικάσο εμπνεύστηκε το έργο όταν, κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, Γερμανοί πιλότοι της αεροπορίας των εθνικιστών βομβάρδισαν την κωμόπολη Guernica της Χώρας των Βάσκων. Στο βομβαρδισμό εκείνο σκοτώθηκαν 1.650 άνθρωποι και ισοπεδώθηκε το 70% της πόλης με 32 τόνους εκρηκτικά. Το έργο του Πικάσο είναι μία τεράστια ελαιογραφία (3,49 x 7,77 μ.), που περιγράφει την απανθρωπιά, τη βιαιότητα και την απόγνωση του πολέμου. Δείχνει ένα σκηνικό θανάτου, με διαμελισμένα ζώα και ανθρώπους, γυναίκες να κλαίνε, κρατώντας νεκρά μωρά και κατεστραμμένα κτίρια. Αρχικά ο Πικάσο πειραματίστηκε με χρώμα, αλλά τελικά κατέληξε στο άσπρο-μαύρο και αποχρώσεις του γκρι, για να δώσει έτσι μεγαλύτερη ένταση στο θέμα. Πολλές φορές μετακίνησε τις φιγούρες πριν καταλήξει στην οριστική τους θέση.



“Κάθε πράξη δημιουργίας είναι πρώτα μια πράξη καταστροφής.”

Λέγεται πως όταν οι Γερμανοί εισήλθαν στο Παρίσι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην προσπάθειά τους να βρουν καλλιτεχνικούς θησαυρούς και να τους κατασχέσουν, ένας Γερμανός αξιωματικός έδειξε σε φωτογραφία το συγκεκριμένο πίνακα στον ίδιο τον Πικάσο που είχε προσαχθεί, ρωτώντας τον:
-Αυτόν τον πίνακα εσείς τον κάνατε;
Κι εκείνος απάντησε: -Όχι, εσείς!



Ο πίνακας εκτέθηκε τον Ιούλιο του 1937 στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων και συγκέντρωσε το γενικό ενδιαφέρον. Μετά την επικράτηση του Φράνκο, το 1939, η Γκουέρνικα βρήκε προσωρινό καταφύγιο στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (ΜΟΜΑ). Το 1968 ο Φράνκο εξέφρασε την επιθυμία να εκτεθεί ο πίνακας στην Ισπανία. Ο Πικάσο αρνήθηκε και εξουσιοδότησε το ΜΟΜΑ να επιστρέψει τον πίνακα μόλις αποκατασταθεί στη χώρα του η δημοκρατία. Αυτό έγινε το 1975, όταν πέθανε ο Φράνκο κι ενώ ο Πικάσο είχε φύγει από τη ζωή, δύο χρόνια νωρίτερα. Το 1981 η «Γκουέρνικα» επέστρεψε στα πάτρια εδάφη και αποτέλεσε ένα από τα σπουδαιότερα εκθέματα του Μουσείου «Πράδο» της Μαδρίτης. Από το 1992 κοσμεί το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης Βασίλισσα Σοφία της Μαδρίτης.


κείμενο_πωλίνα_ταϊγανίδου
επιμέλεια_τάσος_θώμογλου+εύη_μούρνου

 

Νίκος Εγγονόπουλος, ο 'Ελληνας υπερεαλιστής

Ο Εγγονόπουλος γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου το 1907 μαζί με τη «γέννα» του κυβισμού.

Απο τη γενιά του ’30, ο Κόντογλου και ο Εγγονόπουλος είναι οι περισσότερο επηρεασμένοι απο τα γεγονότα της Μικρασιατικής καταστροφής. Ο πατέρας του Εγγονόπουλου, ο Παναγιώτης, ήταν Κωσταντινουπολίτης από πολύ παλιά φαναριώτικη οικογένεια. Ασχολιόταν με τις επιχειρήσεις κοντά στον πατριό του Βλαστάρη που ήταν τραπεζίτης στην Πόλη. Έτσι ταξίδευε συνεχώς. Κυρίως στην Ευρώπη. Η μητέρα του Ερριέτη απο την Αθήνα, κόρη ανώτερου υπαλλήλου στο Ταχυδρομείο. Ο Εγγονόπουλος έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, σ’ενα ευκατάστατο περιβάλλον,
όπως αναφέρεται στις βιογραφίες του. 7 χρονών βρίσκεται εγκατεστημένος οικογενειακώς στη Κωνσταντινούπολη. Ο Εγγονόπουλος ήταν το δεύτερο παιδί της οικογένειας. Στα 12 του χρόνια, το 1922, ζεί απο τόσο κοντά την αγωνία των ελλήνων με τη Μικρασιατική καταστροφή. Την αίσθηση, τον πόνο του ξεριζωμού από τη ζωή τους στη γη τους, στα σπίτια τους στη Μ. Ασίας.


Ο Εγγονόπουλος βρέφος



Οι γονείς του Εγγονόπουλου

Έζησε μια ελληνική πραγματικότητα πολύ διαφορετική απο αυτή που επιθυμούσε να ζήσει. Όπως και ολόκληρος ο ελληνισμός. Το αίσθημα που μένει και στη μέχρι τώρα γενιά για τις «χαμένες πατρίδες». Μοιάζει σαν μιαν «αποσκευή» που μεταφέρθηκε μαζί με τα παπούτσια τους. Ο Εγγονόπουλος ήταν έλληνας της διασποράς.


Ο Νίκος Εγγονόπουλος παιδί με τον αδελφό του


Ο Νίκος Εγγονόπουλος νεαρός ( δεξιά)
με τον αδελφό του



Ο Εγγονόπουλος νεαρός

Ένα χρόνο μετά το 1923, ο Εγγονόπουλος, για λόγους που δεν βρήκα, πηγαίνει στο Παρίσι όπου τελειώνει εκεί το Λύκειο (εσωτερικός). Άλλη ζωή εκεί. Άλλες εικόνες, άλλες επιρροές. Αποκτά (δυτική) Γαλλική παιδεία, (διδάσκεται την γαλλική ποίηση) κάτι που προφανώς τον βοηθά να βλέπει τα πράγματα και απο άλλη οπτική, προσθέτοντας τη στο έργο του και αντιπαραβάλλοντας τη με τον ανατολίτικο ανορθολογισμό.



Εγγονόπουλος νέος
Παράλληλα, εκείνη την περίοδο τυχαίνει να διαβάσει τα βιβλία του Χατζή Σεχρέτ. Ενός ποιητή που στηρίζεται στον έρωτα και την φαντασία και αποπέμπει την λογική που την θεωρεί ψυχρή. Λέει ο ίδιος ο Εγγονόπουλος «Ποιητική μου πηγή υπήρξε ο τουρκοαλβανός Χατζή Σερχέτ που ήταν αυλικός του Πασά… υβριστικό βιβλίο… Ο Χατζή Σερχέτ αρχίζει ως εξής την ποίηση του : Με πιάνει η ζούρλα και ο σεβντάς μιαν γραφή να αρχίσω, μου σκοτιστεί ο ντουνιάς και αράδα παλαβώνω.. Φανταστείτε εμένα, τον θρεμμένο με καρτεσιανές αρχές τι εντύπωση μου έκανε! Οφείλω να πω ότι από τα πρώτα σχολικά μου χρόνια με είχε τσαντίσει ο ορθολογισμός των Γάλλων. Ο Χατζή Σερχέτ στάθηκε η αποκάλυψη της παντοτινής αλήθειας» (Εφημ. «Τα Νέα» 17/9/1976)



Ο Εγγονόπουλος νεοσύλλεκτος 1927

Στο σπίτι του στην Αθήνα, ο πατέρας του λείπει συχνά στη Πόλη για δουλειές και όταν έρχεται κοντά τους, πολλές φορές τους μιλά την Κωσταντινουπολίτικη γλώσσα. Η μάνα του, οι θείες του και οι γιαγιάδες του μιλούν πολλές φορές με Υδραίικη προφορά. Ο Παππούς του, του μιλούσε για την δόξα της Ελλάδας και τους αγώνες της με τα πρωτοπαλίκαρα που πάλευαν για τη λευτεριά… Ο Ανδρούτσος, ο Κανάρης…
Συνεχίζει τις σπουδές του, τώρα πια στη Αθήνα όπου μένει μόνιμα. Εργάζεται από το 1928-30 σαν μεταφραστής σε μιαν τράπεζα και ως γραφιάς στο Πανεπιστήμιο. Τα επόμενα δυο με 3 χρόνια θα εργαστεί ως ωρομίσθιος σχεδιαστής στη Διεύθυνση σχεδίου Πόλεως.


Σχέδιο του Κόντογλου που
απεικονίζει τον Εγγονόπουλο
Στη Πόλη ήταν τότε ανέφικτο να σπουδάσει ζωγραφική, όπως θα ήθελε. Σπουδάζει όμως στην ΑΣΚΤ και εκεί έρχεται σε επαφή και συνδέεται με ανθρώπους με την ίδια «συχνότητα» σκέψης, όπως τον Παρθένη, τον Κόντογλου, τον πολύ καλό του φίλο Εμπειρίκο, τον Μελαχρινό, τον Πικίωνη. Ο Εγγονόπουλος μαζί με τον συμμαθητή του τον Τσαρούχη θα βοηθήσουν την Κόντογλου στις τοιχογραφίες του σπιτιού του! (Βλέπε στη βιογραφία του Κόντογλου σχετικές φώτο από τις τοιχογραφίες!! πατώντας ΕΔΩ ) Τον Κόντογλου ο Εγγονόπουλος τον χαρακτηρίζει «γενναία ψυχή».




Όσο για την μαθητεία του στον Παρθένη γράφει: «Κοντά στον Παρθένη μελέτησα τη φύση, κοντά του ένοιωσα τη σημασία του χρώματος… κοντά του έμαθα τα πάντα που γνωρίζω για τη ζωγραφική. Ο Παρθένης με μύησε στις αναζητήσεις του (ιμπρεσιονιστή) Μανέ.. (Για τη βιογραφία του πατήστε ΕΔΩ) στις κατακτήσεις του (ιμπρεσιονιστή) Σεζάν (για το ποιός ήταν ο Σεζάν δείτε ΕΔΩ , στη δόξα του Θεοτοκόπουλου..»!! (Για τη βιογραφία του Θεοτοκόπουλου-Ελ Γρέκο πατήστε ΕΔΩ Έλεγε πως ο Παρθένης τον θεωρούσε ως τον καλύτερο μαθητή του.
Την εποχή εκείνη στη Γαλλία γεννιέται και εξαπλώνεται στην Ευρώπη γρήγορα το υπερρεαλιστικό κίνημα. Στην Ελλάδα αυτή η κίνηση που απασχόλησε κάποιους ποιητές και διανοούμενους και έφερε μόνο τη θυελλώδη αντίδραση του κόσμου.
Ο Εγγονόπουλος άνηκε σε αυτό το κίνημα, είτε με τη ποιητική του ιδιότητα είτε σαν ζωγράφος. Εκφραζόταν με αυτό το τρόπο μέσα απο το έργο του: υπερρεαλιστικά. Και αυτό γιατί ίσως με αυτό το τρόπο δημιουργούσε μιαν άλλη πραγματικότητα.



Σπάνιο σχέδιο του Εγγονόπουλου 1928


Σχέδιο του Εγγονόπουλου
το 1931

Μια υπέρ πραγματικότητα σαν μια διέξοδο απο την ίδια τη πραγματικότητα. .Ας μη ξεχνάμε ότι με το ξεριζωμό, έζησε την ελληνική πραγματικότητα όπως δεν θα ήθελε να τη ζήσει. Έτσι πιάνοντας το πινέλο του και τον μουσαμά μπορούσε να φτιάξει ενα δικό του κόσμο, να είναι ο αφέντης του κόσμου του που δεν θα τον απογοήτευε ή θα τον πονούσε. Θα δημιουργούσε εκεί όπως ονειρευόταν με όποιο τρόπο ενα σύμπαν με μνήμη, ευρηματικότητα και ευαισθησία.
Έλεγε: «Στον υπερρεαλισμό δεν προσχώρησα ποτέ. Τον είχα μέσα μου όπως το πάθος μου για τη ζωγραφική, απο τότε που γεννήθηκα».



Έργο του Εγγονόπουλου 1935




Έργο του Σεζάν

Σε αυτό το έργο αριστερά στη φώτο, φαίνεται καθαρά οι επιρροές του απο τον Σεζάν. Για την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα βιογραφία του Σεζάν πατήστε ΕΔΩ



"Το πνεύμα της μοναξιάς" 1939 Εγγονόπουλος

Ο Εγγονόπουλος υπερασπιζόμενος τον εαυτό του δημιουργώντας υπερρεαλιστικά αντιμετωπίστηκε απο όλους σχεδόν τους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής με χλευασμό, άκρως προσβλητικά σχόλια και απο τα έντυπα μέσα της εποχής και συνεχείς επιθέσεις. Μόνο το 1949 με τη συμμετοχή του στη Μπιενάλε άρχισαν οι κριτικοί να τον σέβονται περισσότερο απο πρίν, και η δουλειά του να αποκτά ενα κάποιο ενδιαφέρον για την ελληνική πραγματικότητα.
Έτσι, Εγγονόπουλος = εκπρόσωπος του υπερρεαλιστικού κινήματος.



"Σύνθεσις" 1939 Εγγονόπουλος


"Τρείς γλύπτες" 1939 Εγγονόπουλος


"Ομηρικό με τον ήρωα" 1938 Εγγονόπουλος


"Ποιητής και η μούσα" 1939 Εγγονόπουλος


"Ο Καβάφης" 1939, Εγγονόπουλος


"Γυμνό" 1938, Εγγονόπουλος
Εδώ θα αναφέρω ένα περιστατρικό από την πρώτη ατομική έκθεση του Εγγονόπουλου που το πρωτοάκουσα στην διημερίδα που ήταν αφιερωμένη σε αυτόν πρίν μερικά χρόνια στο Μουσείο Μπενάκη (την ίδια περίοδο που είχε οργανώσει το μουσείο και την σχετική αναδρομική έκθεση για αυτόν που ήταν από τις καλύτερες που έχω δει!) Το περιστατικό λοιπόν είναι το εξής: Ο Εγγονόπουλος το 1939 πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση σε ένα άδειο σπίτι του Νικόλα Καρά. Κατάλογο της έκθεσης δεν έκανε. Ο ίδιος αναφέρει για αυτή τη έκθεση: « Η αποτυχία ήταν προφανής. Μια γυναίκα τρύπησε ένα πίνακα με την ομπρέλα της. Και η κατακραυγή έφθασε σε σημείο απίστευτο! Κριτικοί και μη, συμφωνούσαν ότι πρόκειται για ¨διαθέσεις αστείου προσώπου¨». Μπορείτε να μπείτε στη θέση του;

"Μπωλιβάρ" Εγγονόπουλος



Εγγονόπουλος με καθαρές
επιρροές απο Κόντογλου

Μαθητής του Κόντογλου. Σημαδεύτηκε απο αυτό στο έργο του που έχει τις ρίζες του στο Βυζάντιο. Αναφέρει σχετικά: «Ήταν ενας μεγάλος Δάσκαλος. Δάσκαλος του Ελληνισμού και δάσκαλος της Βυζαντινής ζωγραφικής. Η Βυζαντινή ζωγραφική σε τελευταία ανάλυση είναι η Ελληνική ζωγραφική» και προσθέτει για τον εαυτό του « Δεν συνέχισα, βέβαια, για πολύ την εκκλησιαστική ζωγραφική...όμως τα βυζαντινά στοιχεία είναι εμφανέστατα σε όλη μου τη δουλειά».
Τα χρώματα του καθαρά. Τα αγαπημένα του ήταν τα 3 βασικά: το κόκκινο, το κίτρινο και το μπλέ όπως και τα παράγωγα τους. Χρησιμοποιούσε λάδια αλλά και αυγοτέμπερα. Η τεχνική του Βυζαντινή επι το πλείστον: Ανθίβολα, χρωματικοί προπλασμοί στις μορφές και το χώρο. Η εναλλαγή θερμών-ψυχρών τόνων που εφαρμόζει προκύπτει απο τη διδαχή του δάσκαλού του Παρθένη.



"Ο ναύτης" 1948 Εγγονόπουλος


"Ο ελευθερωτής" 1940, Εγγονόπουλος


"Θησέας και Μινώταυρος", Εγγονόπουλος


"Εμφύλιος πόλεμός" 1948, Εγγονόπουλος


"Δαυίδ και Βηθσαβέετ" 1948, Εγγονόπουλος



"Αγ. Γεώργιος" 1947, Εγγονόπουλος


"Αργώ" 1948, Εγγονόπουλος


Εγγονόπουλος


Εγγονόπουλος


"Εμφάνιση Ρ.Φεραίου στην Εύβοια΄΄Ηρωες, 1950


"Δυο φιλόσοφοι και ένας στρατιωτικός ήρωας 1951


Σολωμός, Εγγονόπουλος

Οι μορφές του εντυπωσιάζουν με το ιδιαίτερο «σμίλευμα» τους. Τη πολύ λεπτή μέση και τα μεγάλα άνω και κάτω άκρα που «μιλάνε» με τη κίνηση τους ή τη στατικότητα τους. Τρισδιάστατες μορφές πάνω σε δισδιάστατη επιφάνεια. Η φιγούρα ανδρείκελο, όπως την ονομάζουν λόγω του ότι δεν εξατομικεύει με χαρακτηριστικά αλλά και δεν αποκαλύπτει συναισθήματα, κάποιες φορές είναι ακέφαλη ή αντί για κεφάλι χρησιμοποιείται ενα συμβολικό αντικείμενο («Ο Κένταυρος με τον αετό του», «Αδελαϊς», «Η κυρά της θάλασσας», «Ο τελευταίος βυζαντ. Αυτοκράτωρ», «Ποταμός θεός και Νηρήις», «Ιάσων και Μήδεια», «Ολυμπία», «Ηρακλής»....
Ο χώρος των συνθέσεων του θυμίζει έντονα θεατρική σκηνή, με αγαπημένο του μοτίβο ενα παράθυρο που ενώνει τον έξω με τον έσω χώρο. Τα κτήρια του στο χώρο έντονα, χωρίζονται απο διαφόρων ειδών δάπεδα και τοίχους. Συνδιάζει τη γραμμική προοπτική με τη προοπτική της βυζαντινής ζωγραφικής.
Η ζωγραφική του είναι ανθρωποκεντρική και έντονα ελληνοκεντρική.
Τα θέματα του τα αντλεί απο τους 3 ένδοξους σταθμούς στο παρελθόν της Ελλάδας:
Α)Βυζάντιο «Ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτωρ», «Αρχιτέκτων της Αγίας Σοφιάς»
Β) Η ελληνική Επανάσταση του 1821 απο τη σκλαβιά των τούρκων («Σύνθεσις»απο την Επανάσταση, «Λεπτομέρειες του μηχανισμού της Εθνεργεσίας».. και
Γ) Την ελληνική μυθολογία («Οδυσσέας και Καλυψώ», «Ποσειδών», «Η αρπαγή της Ευρώπης», «Η Αργώ», «Θησέας και Μινώταυρος», «Δαίδαλος», «Πηνελόπη και Οδυσσέας», «Ιάσων», «Ο άτλας», «Ο Ήφαιστος» .....
όπως και ιστορικά πρόσωπα («Εμφάνιση Ρήγα Φεραίου στα μέρη της Ευβοιας»), «Μέγα Αλέξανδρος και Παύλος Μελάς» αλλά και προσωπικότητες των γραμμάτων και της τέχνης («Καβάφης»).


Εγγονόπουλος



Εγγονόπουλος



Εγγονόπουλος


Σχέδιο Εγγονόπουλου



Εγγονόπουλος



Εγγονόπουλος



Εγγονόπουλος



Εγγονόπουλος



Ανδρέας Εμπειρίκος

Φίλοι του ήταν ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος (γόνος εφοπλιστική οικογένειας ο οποίος μύησε τον Εγγονόπουλο στον υπερρεαλισμό) και ο ζωγράφος, Βολιώτης, Γεώργιος ντε Κίρικο (Giorgio de Chiriko).
Το 1938 εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή σε 200 αντίτυπα με τίτλο «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν». Ακολούθησε ενας απίστευτος διασυρμός για την ποίηση του. Περιοδικά και εφημερίδες αναδημοσίευσαν κάποια ποιήματα του και τον χλεύαζαν ασύστολα!! Μεγάλη πίκρα για τον Εγγονόπουλο.
Έλεγε για εκείνη την εποχή: «Η στάση των ανθρώπων του πνεύματος.. μπροστά μου, άλλοι έκαναν τον φίλο, άλλοι τον επιεική, πίσω μου όμως όλοι τους συνένωναν τις φωνές τους με το σκυλολόι. Να εκδικηθούν με τον τρόπο τους εκείνον που έκανε αυτό που οι ίδιοι ποθούσαν και δεν είχαν την ικανότητα».
Σεπτέμβρη του 1939 εκδίδεται η δεύτερη ποιητική του συλλογή με 200 αντίτυπα με τίτλο «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής».
Οι ποιητές του τον επηρέασαν στη ποιητική του γραφή είναι ο Διονύσιος Σολωμός, ο άγγλος ονειρικός Μπωλνταίρ, ο γερμανός Χαίλντερλιν, και ο τουρκοαλβανός Χατζή Σερχέτ, ο Αππολιναίρ, ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης και ο στενός του φίλος ο Εμπειρίκος.


Ελύτης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος

Ο Ελύτης που τον είχε γνωρίσει, γύρω στο 1939- 40 έλεγε για τον Εγγονόπουλο «Δεν ήταν εύκολος στις γνωριμίες. Εννιά στις δέκα ήταν βέβαιο πως θα σε προγκίξει με ευγένεια αλλά και με σαρκασμό. Κρατήθηκε μέσα σε μια φτώχεια αλλά με αξιοπρέπεια πρίγκιπα. Τους επαίνους τους έδιωχνε μακριά όπως και τις λοιδορίες. Κοκκινοπρόσωπος, με φωτεινά μάτια και φωνή εξαιρετικά υποβλητική, φορούσε μόνιμα ένα χρυσό δαχτυλίδι στο δείκτη του δεξιού του χεριού που ήταν αδύνατον να μην το παρατηρήσεις, είτε όταν σου μιλούσε (με τις μεγάλες ιερατικές χειρονομίες του), είτε όταν σιωπούσε… Κανείς δεν γνώρισε όσο αυτός τη γαλλική ποίηση. Έφθανε μια νύξη μόνο να κάνεις σε ένα κείμενο, ας ήταν το πιο σπάνιο, για να σου συνεχίσει με άψογη προφορά.. Η τακτική του αιφνιδιασμού ήταν η αγαπημένη του μέθοδος που εφάρμοζε στην πρώτη επαφή του με τους ανθρώπους » (Ανοιχτά Χαρτιά)
Ο Εγγονόπουλος αρεσκόταν να συχνάζει στα καφενεία του Πειραιά την ημέρα, στις ταβέρνες τα μεσημέρια και τα βράδια στα καπηλειά της Αθήνας, χωρίς ποτέ του να μεθά. Λάτρευε τον Τσιτσάνη! Τον συγκινούσαν οι στίχοι του και η μουσική αυτή του μπουζουκιού! Τα λαϊκά στοιχεία τον γοήτευαν και τα βρίσκουμε και στη ζωγραφική του, στα θέματα του αλλά και στα ποιήματα του που κάποια θυμίζουν στο μέτρο και στις λέξεις τα ρεμπέτικά. (βλέπε τα ποιήματα «Σύντομη βιογραφία του ποιητή Κ. Καβάφη», «Η Γιαβουκλού»..)


"Αλέξανδρος Φιλίππου πλην
Λακεδαιμονίων 1963, Εγγονόπουλος


"Αλέξανδρος και Βουκεφάλας" 1971



"άνδρας δημιουργεί, γυναίκα εμπνέει"
1958, Εγγονόπουλος


Εγγονόπουλος



"Εκεί" 1966, Εγγονόπουλος


"Οι εραστές"1967 Εγγονόπουλος





"Ηρακλής"1967, Εγγονόπουλος


"Η ιστορία των Αθηνών"1962, Εγγονόπουλος



¨Θησέας και Μινώταυρος" 1950



"Κουρασμένοι Ήρωες"1951, Εγγονόπουλος



"Ήρωας και ποιητής"1973, Εγγονόπουλος



"Θέτις και Πηλεύς" 1976, Εγγονόπουλος



"Ο ζωγράφος και το μοντέλο του" 1970



"Οι αδιάφθοροι"1967, Εγγονόπουλος




"Ποιητής και χωρικός"1965, Εγγονόπουλος



"Ποιητής στον Πειραιά"1951, Εγγονόπουλος



Σχολιαστές μελλούμενο κειμένου 1958



"Τίποτα στη ζωή δεν είναι αίνιγμα, 1969





"Βελισσάριος"1971, Εγγονόπουλος



¨Ακοντιστής"1971, Εγγονόπουλος



"Ο προπάππους Σμιτ"1966, Εγγονόπουλος



"Σιδεράς" 1976

Το 1941 επιστρατεύεται στο Αλβανικό μέτωπο. Οι γερμανοί τον αιχμαλώτισαν, τον πήγαν στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως εργασίας αιχμαλώτων από όπου τελικά κατάφερε να δραπετεύσει.
Το 1942 και 1943 συμμετέχει στην Επαγγελματική έκθεση ζωγραφικής στο Ζάππειο, γράφει το Μπολιβάρ και του ανατίθεται (μαζί με Αργυρόπουλο και Παπαγεωργίου) από τον σύλλογο «Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης» να σχεδιάσει παλιά σπίτια της Αθήνας.
Το 1944 εκδίδει σε 340 αντίγραφα το βιβλίο του «Μπολιβάρ». Οι Γερμανοί πρόσεξαν το βιβλίο και τον καταδίωξαν. Κρύφτηκε στο σπίτι του φίλου του Ανδρέα Εμπειρίκου. Το ποίημα άρεσε στην νεολαία. Μέχρι να φύγει ο Γερμανός κατακτητής, ο Εγγονόπουλος κλεισμένος στο υπόγειο, ζωγράφιζε συνεχώς έργα που κανείς δεν θα αναγνώριζε την αξία τους για χρόνια και δεν ήθελε να αγοράσει στην εποχή του.
Από το 1945 ως το 1956 θα δουλέψει ως βοηθός στο Πολυτεχνείο στην έδρα του Πικιώνη. Δημοσιεύει κάποια ποιήματα του από τη συλλογή «Επιστροφή των πουλιών» και γράφει το ποίημα του για τον Πικάσο.
Το 1949 θα συμμετάσχει στην ίδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου «Αρμός» που στόχο είχε την «προώθηση της σύγχρονης αισθητικής κίνησης στην Ελλάδα». Άλλα μέλη ήταν ο Γκίκας, Τσαρούχης, Μόραλης, Νικολάου, Τέτσης, η Ναταλία Μελά και ο Μαυροϊδης. Με την ομάδα θα εκθέσει έργα του 2 φορές. Έργα του θα εκτεθούν και στο ελληνικό περίπτερο στη Ν. Υόρκη.



Απο το γάμο του Εγγονόπουλου
Το 1950 θα παντρευτεί την Νέλη Ανδρικοπούλου, και ένα χρόνο μετά θα γεννηθεί ο γιός του Πάνος.


1952 θα κάνει τα σκηνικά σε ένα έργο στο Εθνικό θέατρο και έπειτα θα συμμετάσχει στην αγιογράφηση του ναού ‘Αγ. Σπυρίδωνα μαζί με τον Κόντογλου. Ο Εγγονόπουλος αγιογραφεί το τέμπλο και το Δωδεκάωρτο.
Το 1953 συμμετέχει στην έκθεση ελλήνων ζωγράφων στη Ρώμη. Η έκθεση θα συνεχιστεί και στην Αμερική.
1954 δημοσιεύει το ποίημα του «Ατλαντικός» και θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε Βενετίας με 72 έργα του!! Και λίγο μετά θα χωρίσει από τη σύζυγο του.

1957 Τυπώνεται η ποιητική του συλλογή «Εν ανθηρώ ελλήνι λόγω» σε 500 αντίτυπα, διορίζεται επιμελητής στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης, συμμετέχει σε έκθεση στη Θεσσαλονίκη, σχεδιάζει σκηνικά και κουστούμια για θεατρικές παραστάσεις και έπειτα τη μακέτα για το τουριστικό φυλλάδιο του ΕΟΤ.
1958 Βραβεύεται από το Υπουργείο Παιδείας για την τελευταία του ποιητική συλλογή με το πρώτο βραβείο.
1959 Σχεδιάζει σκηνικά και κουστούμια για θεατρικές παραστάσεις και συμμετέχει στην ομαδική έκθεση του «Ζυγού».
1960 παντρεύεται την Ελένη Τσιόκου, διορίζεται επιμελητής στο εργαστήριο προπλασμάτων και ταξιδεύει σε Γερμανία, Αυστρία και Ελβετία.
1961 γεννιέται η κόρη του Ερριέτη, γράφει ένα κείμενο για τον φουτουρισμό
1962 σχεδιάζει σκηνικά και κουστούμια για το θέατρο Β. Ελλάδος, όπως έκανε και άλλες χρονιές αργότερα και το 1963 κάνει την ατομική του έκθεση.
1964 Παραιτείται από το Ε.Μ Πολυτεχνείο και συμμετέχει σε ομαδικές.
1966 Τιμάται με τον Χρυσό Σταυρό του Γεώργιου Α για το έργο του στη ζωγραφική.
1967 Εκλέγεται εκτάκτως στην έδρα ελεύθερου σχεδίου ως μόνιμος καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου και ένα χρόνο μετά κυκλοφορεί ο δίσκος του Μπολιβάρ από την Λύρα.
1971 του απονέμεται το παράσημο Σταυρός του Ταξιάρχη του Φοίνικος.
Τώρα πια δεν σκιαγραφείται από όσους τον γνώρισαν εκείνη την εποχή, όπως είχε μιλήσει για αυτόν ο Ελύτης πριν χρόνια αλλά ως «ευγενής με τρομερή ευφράδεια που καταδεχόταν να μιλήσει για το έργο του και τη ζωή του με όλο τον κόσμο..» !!!! Ο Εγγονόπουλος του τότε ήταν κυνηγημένος, ο Εγγονόπουλος του σήμερα ήταν δοξασμένος.


Σκηνικό σχεδιασμένο απο τον Εγγονόπουλο

Από το 1973 που αποχώρησε λόγω ηλικίας από το Ε.Μ Πολυτεχνείο, απομονώνεται οικειοθελώς στο σπίτι του και από τότε δεν έκανε εξόδους. Συνέχισε να δουλεύει καθημερινά και εντατικά. Σπίτι του δεχόταν μόνο λιγοστούς φίλους του.
1979 Για δεύτερη φορά κερδίζει το Ά Κρατικό βραβείο Ποιήσεως.
1983 Αναδρομική έκθεση του στην Εθνική Πινακοθήκη με πάνω από 100 έργα του. Δεν θέλησε να είναι παρόν στα εγκαίνια και βρήκε μια δικαιολογία. Δεν τον ενδιέφερε η δόξα που είχε αποκτήσει και το δήθεν.




Ο Εγγονόπουλος πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σε συνθήκες οικονοµικής ανέχειας. Ας μη ξεχνάμε ότι ο μισθός του στο Πολυτεχνείο ως βοηθός του Πικιώνη ήταν μόνο 800 δρχ!
Κάποια στιγμή είχε μολυνθεί το μεγαλύτερο δάχτυλο του ποδιού του και είχε έντονα προβλήματα με το κυκλοφοριακό του.
31 Οκτωμβρίου 1985 ο Εγγονόπουλος πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς και κηδεύεται δημοσία δαπάνη στο Ά νεκροταφείο της Αθήνας.
Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του αποτέλεσαν η ιδιότυπη χρήση της δηµοτικής γλώσσας και οι συµβολικές μορφές του, µέσω των οποίων πρόβαλε το αίτηµα για µια ελληνοκεντρική υπερρεαλιστική ποίηση και µια νέα έκφραση της ελληνικότητας.




"Εμπεδοκλής" 1983, Εγγονόπουλος


"Πυθαγόρας" 1980, Εγγονόπουλος

Κάποια από τα αποφθέγματα του:
«Αν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και την ποίηση είναι γιατί είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίηση με παρηγορούν και με διασκεδάζουν»
Εγγονόπουλος


"Ιεροτελεστία της άνοιξης" Εγγονόπουλος
“Να είσαι ελεύθερη και αυθεντική» Εγγονόπουλος στην κόρη του
¨Η ζωή και ο θάνατος και αναμεσίς η Τέχνη»
«Στρατηγέ, τι ζητούσες στη Λάρισα, σύ ένας Υδραίος;»
«ΤουςΈλληνες πρέπει να τους προσέχει κανείς, γιατί πρώτα σου κάνουν το τραπέζι και µετά όταν φτάσουν στο φρούτο σου βαράνε και καρπαζιά.» Γιαυτό και συνήθιζε να μιλά και με τους φίλους του στον πληθυντικό!

«Ντροπή σε αυτούς που υπόσχονται ευτυχία»
«∆εν γράφω, ζω. Τα ποιήµατα γράφονται µε τη ζωή µας».
«Η Τέχνη είναι συνδυασµός ελάχιστων στοιχείων· και η ζωή είναι αγάπη και ελευθερία. Ο ορθολογισµός δεν βοηθάει σε τίποτα. Η ζωή είναι ασυνάρτητη. Αυτή είναι η πραγµατικότητα που δεν καταλαβαίνουν οι ορθολογιστές. Τη βαθιά αντίληψη της ζωής την βλέπουµε στο µειδίαµα των κούρων, το γεµάτο µειλίχια, λεπτή ειρωνεία...».
«Για τον άνθρωπο δηµιουργούµε... Για να του δώσουµε διέξοδο από τη µοναξιά του. ∆ύναµη να καταργήσει τη µόνωσή του. Επικοινωνία. Αυτό είναι ό,τι προσφέρει η τέχνη...».
Ο Εγγονόπουλος λάτρευε το ελληνικό φως, αυτή «τη σπατάλη φύσεως και ήλιου» και
«την ανθρωπιά που υπάρχει στον Ρωµιό, από τους Αρχαίους µέχρι το Εικοσιένα».
Αισθανόταν όµως βαθιά και την παγκοσµιότητα των ανθρώπινων: «Τα χρόνια, λέω, µας διδάσκουν πως όσο µια τέχνη είναι πιο προσωπική τόσο κι έχει µια πανανθρώπινη σηµασία».


¨Ηρωας Κροκόδειλος Κλαδάς"1983


"Προφηταδάναξ Δαυίδ" 1984, Εγγοόπουλος

«Στο έργο µου ο άνθρωπος έχει τον µεγαλύτερο ρόλο. Για τον άνθρωπο ζωγραφίζω. Ο άνθρωπος είναι το θέµα µου. (...) Αλλά εδώ θα πρέπει να εξηγήσουµε τι είναι τέχνη. Πολλοί γελαστήκανε και της αποδώσανε άλλα καθήκοντα: άλλοι θέλησαν η τέχνη να υπακούει σε νόµους, άλλοι ζήτησαν λογής λογής αρετές. Ποιο όµως είναι το σωστό; Το σωστό είναι σ’ ένα έργο τέχνης να υπάρχει η ανθρώπινη παρουσία. Ο Ραφαήλος, ο Πανσέληνος, ο Σολωµός, ο Ντελακρουά, ο Λωτρεαµόν και άλλοι είναι µεγάλοι, γιατί µέσα στο έργο τους προβάλλεται ο άνθρωπος, άσχετα από σχολές και τεχνοτροπίες».
«Ο άνθρωπος είναι το θέµα του Ελληνισµού».
«Η ελληνική φυσιογνωµία εκλεπτύνει τον άνθρωπο που δεν παύει να είναι σκληρός και βλαπτικός και τον δίνει ανθρωπινότερο και εξαγνισµένο... Η ελληνική, η βυζαντινή ζωγραφιά αναπνέει αδέσµευτη και αποπνέει ανεµελιά και λεβεντιά... Είναι σαν την Ορθοδοξία που µετέχει στο πνεύµα του Πλάτωνα».
«∆εν υπάρχουν παρά δύο σκοποί: η αγάπη και η ελευθερία».
«Όλα τα κηρύγµατα που υπόσχονται την ευτυχία είναι ντροπής πράγµατα!.. Όταν νιώθεις πόσο δραµατική είναι η ζωή, τότε δεν ζητάς τίποτα».
«Προσωπικά δεν πιστεύω στον σουρρεαλισµό σαν σχολή. Όµως µου ταιριάζει. Εκείνο που προσπάθησα να κάνω είναι να τον ανανεώσω µε ελληνικά στοιχεία, να προσθέσω σ’ αυτόν την ελληνική µεταφυσική, να τον ανεβάσω από τον απλό µορφασµό, όπου τον έχουν σταµατήσει οι Φράγκοι. Νοµίζω πως ο σουρρεαλισµός σήµερα σηµαίνει το καθετί που βλέπει κανείς µε πάθος».
«Είµαι Έλληνας, αλλά δεν είµαι Έλληνας! Γι’ αυτό ποτέ µου δεν χάνω την ελπίδα στις τεράστιες αρετές της φυλής µας... Το πρόβληµα είναι τι είδος Έλληνας είσαι· και αν είσαι καλός, πόση αντοχή έχεις, για να µη σε αφανίσουν οι κακοί...».



"Ο Άτλας"¨1981, Εγγονόπουλος


"¨Στο μπαλκόνι" 1978, Εγγονόπουλος

Και από την καθημερινότητα του στο εργαστήριο του: Είχε τάξη ο χώρος. Όταν τελείωνε ένα έργο του, αμέσως έπλενε την παλέτα του και τα πινέλα του. Γενικά, είχε υπερρεαλιστικό χιούμορ (υπονόμευε την υπάρχουσα συμβατική αντίληψη των πραγμάτων) είχε απίστευτη μνήμη, ήταν μοναδικός στην αποστήθιση, κάπνιζε πάρα πολύ (άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο στην κυριολεξία), διάβαζε πάρα πολύ και έκανε μεγάλες πεζοπορίες. Δεν έμαθε οδήγηση και συμπαθούσε την ομάδα του Ολυμπιακού, χωρίς όμως να φανατίζεται. Το χρώμα του δαπέδου του στο εργαστήριο του ήταν κόκκινο. Ένα χρώμα που το λάτρευε. Όταν ένα βιβλίο δεν ήταν της αρεσκείας του το άφηνε σε κάποιο παγκάκι για να το βρει κάποιος που ίσως ενδιαφερόταν αλλά ποτέ του δεν πέταξε κάποιο βιβλίο στα σκουπίδια. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά.


Αφιέρωση στην κόρη του!

Με όλους στο τέλος παρεξηγιόταν και έτσι τελείωναν πολλές από τις φιλίες του. Ψυχραινόταν όταν αργούσαν στα ραντεβού τους (βλέπε τον Γονατά).
Τέλος, από μαρτυρία της κόρης του, ο Εγγονόπουλος δεν ήθελε άξεστοι άνθρωποι να αγοράσουν τα έργα τους. Όταν έβλεπε τέτοιους, τους έλεγε «Αυτός ο πίνακας κάνει 3 εκατομ.», δηλ ένα πολύ μεγάλο ποσόν τότε! Στόχος του ήταν να τον αποτρέψει από το να τον αγοράσει. Αν όμως έβλεπε στο πρόσωπο του πιθανόν πελάτη του την αγνότητα που ήθελε να δει, δηλ να αγοράσει το έργο του από αγάπη για τη δουλειά του, τότε του έλεγε ότι κάνει εκατό ή διακόσες δρχ και πράγματι τόσο το έδινε.


Μελέτη από τη: Μαρία Ουζούνογλου Ζωγράφου


¨Οι μουσικοί" Εγγονόπουλος


Ποίηση
Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938, 1966, 1977)
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939, 1966, 1977)
7 Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, (1944, 1999,
Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, εκδ. Ίκαρος, 1978,
Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα, (1944, 1962, 1968, και 1978 εκδ. Ίκαρος,
Ελευσίς (1948, 1977)
Η επιστροφή των πουλιών (1946, 1977)
Στη κοιλάδα με τους ροδώνες (1978)
Το μέτρον: ο άνθρωπος. Πέντε ποιήματα και δέκα πίνακες, εκδ. Ύψιλον (2005)
Μυθολογία = Mythology,‎Ύψιλον (2006)
Ωραίος σαν Έλληνας = The Beauty of a Greek: Poems : Ποιήματα, ανθολόγηση και μετάφραση David Connolly, εκδ. Ύψιλον (2007)


Ποιήμα του Νίκου Εγγονόπουλου

Για την σύγχρονη ελληνική τραγωδία...

 

«Κάθε λαός είναι άξιος των ανθρώπων που τον κυβερνούν. Κανείς δεν είναι πιο υποδουλωμένος από εκείνους που εσφαλμένα πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι. Όσοι αδιαφορούν για τα κοινά είναι καταδικασμένοι να εξουσιάζονται πάντα από ανθρώπους κατώτερούς τους»
Πλάτωνας 427-347 π.Χ

 

Γλυκά το λένε τα πουλιά, γλυκά το λεν’ τ’ αηδόνια

«Του Φλέσσα η μάνα κάθονταν στην Πολιανή τη ράχη
τα κοντοβούνια αγνάντευε και τα πουλιά ρωτούσε·
πουλάκια μ’ κι αηδονάκια μου που ‘ρχεστε στον αγέρα
μην είδατε το γιόκα μου το Φλέσσα αρχιμανδρίτη;»

της Ελένης Σαραντίνη

Διαβάστε Περισσότερα

Σώστε το μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς των Δελφών από τους βάρβαρους!

Aπό ΣΥΡΙΖΑ και Υπουργό Πολιτισμού Κονιόρδου η ταφόπλακα στους παγκόσμιους Δελφούς;

Μεγάλοι φόβοι προκύπτουν για ένα από τα τρία κορυφαία μνημεία της Ελλάδας από την πρόσφατη απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού Λύδιας Κονιόρδου με την οποία εγκρίνει το προτεινόμενο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο της Ιτέας.

Διαβάστε Περισσότερα

Γεώργιος Σουρής: «Φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα»!

«…Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει / στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα / μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει /φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα / του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα / και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα…».

Σαν σήμερα, 2 Φεβρουαρίου 1853, γεννήθηκε ο σατιρικός ποιητής, δημοσιογράφος και εκδότης Γεώργιος Σουρής (1853- 1919). Η εβδομαδιαία εφημερίδα «Ο Ρωμηός» που εξέδιδε τον έκανε γνωστό και άφησε εποχή με τα σατιρικά του ποιήματα. Η εφημερίδα «Ρωμηός» για πολλά χρόνια (1883 -1918), με μια μικρή διακοπή το πρώτο διάστημα, διαβαζόταν ασταμάτητα και οι απολαυστικοί στίχοι του Σουρή, που έθιγαν κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ήταν είδηση, κάθε εβδομάδα.

O Σουρής έγραψε, επίσης, έμμετρες κωμωδίες και ημερολόγια. Ο Σουρής είχε συνεργαστεί με σατιρικές εφημερίδες της εποχής («Ασμοδαίος» του Εμμανουήλ Ροΐδη, «Μη χάνεσαι!» του Βλάσση Γαβριηλίδη, «Ραμπαγάς» του Κλεάνθη Τριανταφύλλου. Αξίζει να σημειωθεί πως  υπάρχει μετάφραση του Σουρή για τις Νεφέλες του Αριστοφάνη. Μάλιστα, ο Σουρής χαρακτηρίστηκε και ως ο «νέος Αριστοφάνης».

Ακολουθεί το σατιρικό ποίημα του Γεώργιου Σουρή, «Οι φόροι»

 

Βάλετε φόρους, βάλετε εις την πτωχήν μας ράχη,

ποτίστε με το αίμα μας την άρρωστη πατρίδα

σεις το κρασί και τον καπνό που πίνετε μονάχοι

κι εμείς να σας κοιτάζομε με μάτι σαν γαρίδα

Βαριά φορολογήσετε και το νερό που τρέχει

βάλετε φόρους, βάλετε, η πλάτη μας αντέχει.

 

Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει

στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα

μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει

φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα

του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα

και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα.

 

Ο,τι κι αν τρώγουν οι πτωχοί το έθνος ας τα τρώγει

ό,τι κι αν πίνουν οι πτωχοί το έθνος ας τα πίνει

χορταίνετε σαν Λούκουλοι μ’ εμάς το σκυλολόγι

κι εμείς θα σας γνωρίζουμε γι’ αυτό ευγνωμοσύνη.

Τέτοιοι χωριάτες που ‘μαστε αντέχουμε εις όλα

και ούτε τόσον εύκολα τινάζουμε τα κώλα.

 

Πρέπει να είναι οι πολλοί πτωχοί και πεινασμένοι

και οι ολίγοι πάντοτε να βρίσκονται χορτάτοι

Πρέπει να στέκουν οι πολλοί στα σπίτια των κλεισμένοι

και οι ολίγοι να πηδούν επάνω στο παλάτι

Πρέπει ο κόσμος ο πολύς να δέχεται τα βάρη

κι ο λιγοστός επάνω του κανένα να μην πάρει.

 

Μ’ αυτόν τον νόμον έζησε ο κόσμος και θα ζήσει

τη δύναμή του προσκυνά η κάθε κοινωνία

Δεν ημπορεί καθένας μας βεβαίως να πλουτίσει

γιατί του κόσμου έπειτα χαλά η αρμονία

Φτώχεια και πλούτος – ζήτημα του καθενός αιώνος:

Ιδού το τέλος κι η αρχή του φοβερού αγώνος

 

Λοιπόν κανένας πρόστυχος κεφάλι μη σηκώσει

για τόσα νομοσχέδια μη βγάλει τσιμουδιά

Εις της πατρίδας τον βωμόν το αίμα του ας δώσει

χωρίς ν’ αφήσει στεναγμόν η μαύρη του καρδιά

Κι αν τώρα πάλι έπεσεν επάνω του ο κλήρος

Πρέπει και πάλι να φανεί γενναίος – μάρτυς – ήρως

Το πλουσιότατον του ελαχίστου

Το πλουσιότατον του ελαχίστου

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

«Τι γράφει στο πίσω μέρος της παλάμης
της χώρας μας η τύχη;
Όχι, Όχι.
Το μόνο που γράφεται είναι το
ΠΛΟΥΣΙΟΤΑΤΟΝ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ,
χαραγμένο στα πρυμναία των καραβιών
με κεφαλαία Ελληνικά.
Δηλαδή χώμα και νερό.
Ελληνιστί, βράχος και θάλασσα».

(«Ο κήπος με τις αυταπάτες», Οδυσσέας Ελύτης)

Σκαλωτή γη

Το ελληνικό τοπίο ζυμώνεται, πλάθεται με πληρότη και στέρηση. Έχει σύμπαν μικρό, αλλά γιομάτο με πνεύμα και νόηση, δυναμωμένο με την προσπάθεια και τη δημιουργία. Είναι ως τέτοιο, «τοπίο μικρογραφικό». Η φύση του το θέλει έτσι, για ν’ αντέχει στις συνθήκες του. Υπόκειται στην περιοριστική αυτοσυντηρησία της μικρογραφίας, που πραγματώνεται με τη δυναμογόνα δημιουργία του μικρού και τη συνειδητή τάξη του λίγου.

Τούτο δε σημαίνει ότι υπολλείπεται, ότι υστερεί, ότι πάσχει, έναντι του τοπίου της πλησμονής, του άφθονου, του ξέχειλου. Με αρμονία κι ευρυθμία στέκει, με ομορφιά και λιγοσύνη, ταπεινό και πνοϊμένο˙ όλο έγνοια κι αψηλοσύνη· με μέτρο και σκοπό. Είναι το τοπίο που χαρακτηρίζεται για το λίγο που σου δίνει, αλλά για το πολύ που παίρνεις. Είναι το πολύμορφο, όχι σε πλάτη αλλά σε φούχτα γης. Και τούτο διότι στον μικρούλη τόπο βρίσκεις πλούτο στοιχείων που τον ανάγουν, που τον κάμνουν πλούσιο, χωρίς να είναι άφθονος· ούτε φυσικά φτωχός.

Δέστε πώς ο υψηλονόητος ποιητής αποδίδει την εικόνα τούτη της Ελλάδας:

«Κυκλαδινό κυκλάμινο
στου βράχου τη σχισμάδα
πού βρήκες χρώματα κι ανθείς
πού μίσχο και σαλεύεις.
Μέσα στο βράχο σύναξα
το γαίμα στάλα στάλα
μαντήλι ρόδινο έπλεξα
κι ήλιο μαζεύω τώρα».

(«Κυκλαδινό κυκλάμινο», Γιάννης Ρίτσος)

Την ίδια αντίληψη συναντούμε και στους παρακάτω όλο αίσθηση και ιδέα στίχους υψηλής ποιητικής:

«Στάλα νερού δε μπρίζει από το βράχο
μήτε κι ιδρώνει ιδέα δροσιάς το χώμα
κανείς νερόλακκος τριγύρω ή γούβα˙
με λάσπης καν στεγνής απομεινάρι˙
κι όμως η γης θρασομανάει ολούθε
φαρομανούν οι φράχτες μ’ άνθια πλήθια
κι η κάθε πέτρα ανθεί μουσγό χορτάρι
και μούσκουλη ο ξερόβραχος ντυμένος
χρυσάφι αναλυτό στο φως φαντάζει».

(«Χίμαιρα», Ιωάννης Γρυπάρης)

Όλα στον τόπο τον ελληνικό συμπιέζονται, συμπυκνώνονται, στριμώχνονται, για να χωρέσουν και να σταθούν. Για να φανούν στο αδιαχώρητο του μικρού, για να στέρξουν στο ολίγο οπού ποιήθηκαν. Τούτο για να επιτευχθεί, απαιτείται σοφία, πόνος, γνώση, συνείδηση, ώστε να υπάρξουν ως οντότητες, ως αξίες, ως ποιότητες, ως σύμβολα, ως πρότυπα, ως αρχέτυπα.

Απαιτείται γι’ αυτό, τούτα να συνεργήσουν, να συνεργαστούν, να «διαλεχθούν». Ο διάλογος είναι βασικός κι απαραίτητος στη «δημοκρατία της μικρογραφίας», οπού ο σεβασμός και η αίσθηση συντελούν καθοριστικά στη λειτουργία του όλου, ώστε με ισορροπία κι αρμονία να σταθεί. Γι’ αυτό και δε θα ιδείς το πολύ ή το μεγάλο στο ελληνικό τοπίο, που λογίζεται ως αντινομία στη φύση του –μπορεί και ύβρις–, γιατί είναι ανάρμοστο στην πορεία του και με τούτο χαλνιέται, γίνεται ασταθές, ετεροβαρές κι ανισόρροπο· κι εντέλει ετοιμόρροπο.

Μια τέτοια αντίληψη στη θεώρηση του τοπίου, τέτοια σκέψη γι’ αυτό, δεν υφίσταται κατά κανόνα στη μέρες μας, επειδή στις πράξεις των συγχρόνων επικρατεί η αξιοποιητική λογική του τόπου, που εντέλει, με την οικονομική λογική της εκμετάλλευσής του, μεταπίπτει σε πόρο αναλώσιμο, που δεν είναι· καθώς το τοπίο αναφέρεται στο πνεύμα του τόπου και εξ αυτού του λόγου είναι αναντικατάστατο. Τούτη η κατάσταση οδηγεί σε αποστέρηση του αγαθού (του τοπίου) και σε χάσιμο (σε απώλεια) του τόπου, λόγω της υποβάθμισής του ή της καταστροφής του −αφού, όπως προείπαμε, ο τόπος και εν προεκτάσει το τοπίο, καθίστανται με την τέτοια αντιμετώπιση, ασταθή κι ετοιμόρροπα, μη δυνάμενα ν’ αντισταθούν στη βλάβη τους ή ν’ ανταπεξέλθουν σε αυτήν.

Ο διανοητής της Ελλάδας Φώτης Κόντογλου, νοητός σε σχέση με τον τόπο και τις αξίες του, κι αντίστοιχα με τον άνθρωπο (τον Έλληνα) που τον κατοικεί στη μικρή του διάσταση, παρουσιάζει αυτόν αναφερόμενος στην ελληνική φύση, στη σωστή του απόδοση· βλέποντάς τον στο «πλούσιον της πτωχείας του»! Λέγει χαρακτηριστικά: «Πρώτα – πρώτα η φύση μας είναι “τη πτωχεία πλουσία”, δηλαδή φαίνεται απ’ έξω φτωχή, μα στο βάθος είναι πλούσια. Ένα μάτι που βλέπει μοναχά εξωτερικά και ξώπετσα δε μπορεί να νοιώσει το πνευματικό βάθος που υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. Η ελληνική φύση είναι απλή και λεπτή: Βουνά που είναι σπανά τα περισσότερα, δίχως δέντρα ή με λιγοστά δεντράκια, μικρά λαγκάδια ανάμεσα στις πλαγιές, ξεροπόταμα με δάφνες, λυγαριές και λίγες ταπεινές ιτιές, κάμποι κίτρινοι, δίχως πολλές πρασινάδες, αμπέλια κατάχλωρα, ακριθαλασσιές ήμερες, νησιά πολλά και ξέρες, βράχοι σκουριασμένοι. Παντού λίγη βλάστηση, λίγος σκοίνος, μα τα λιγοστά δέντρα και τα πολλά αγριόκλαρα είναι εκφραστικά στον υπέρτατο βαθμό, λες κι είναι ζωντανά πλάσματα, με ψυχή και με μιλιά. (…) Στη φύση μας όλα είναι απλά, καθαρά, λιγοστά, όχι πλήθος που κουράζει το μυαλό. Γι’ αυτό και τα αισθήματά μας είναι τα ίδια, απλά, όσο είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και δε θέλουμε να κάνουμε τον Ευρωπαίο. Αυτή, λοιπόν, η απλότητα που υπάρχει στη φύση μας και στην ψυχή μας, είναι η πλούσια φτώχεια που είπαμε».[1]

Το πλουσιότατον του ελαχίστου πρέπει του ελληνικού τοπίου, το ολίγο που γίνεται πολύ στη σωστή θεώρησή του, κι αυτό αποτελεί την ελληνική ευδία, μια έννοια απλή βεβαίως της αίσθησης, που ως αξία πρέπει να διατηρηθεί λόγω της μεγαλοσύνης της· αφού, σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη, (στο ελληνικό, και δη στο αιγαιακό, τοπίο) «ο νους ξεπερνιέται από μερικά κύματα και λίγες πέτρες».[2] Ο δε Νίκος Καζαντζάκης, πάντα νοός και ξυπνός σε σχέση με τον τόπο, αναφέρεται στο «καλοδουλεμένο, λιγόλογο, λυτρωμένο από τα περιττά πλούτη, δυνατό και συγκρατημένο» αττικό τοπίο, όπου «η γη είναι πλούσια ντυμένη με τη γύμνια της».[3]

Αναφέρει περαιτέρω, σε σχέση με τα παραπάνω, ο, πάντα στοχαστικός κι ερευνητικός του ελληνικού τοπίου, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος: «Το ελληνικό τοπίο δεν είναι ο μονόλογος, που συγκινεί όσους περιορίζονται σε μια τυπική γνωριμία μαζί του. Είναι ένας ασταμάτητος διάλογος. Η θέση κ’ η αντίθεση. Η κατάφαση κ’ η άρνηση. Και το αδιάκοπο ξάφνιασμα. Ένας διάλογος πλατωνικός, που οδηγεί, στο τέλος, στη σύζευξη, την ισορρόπηση και την εναρμόνιση. Αυτό είναι το νόημα της μικρογραφίας. Κι όταν μιλούμε για μικρογραφία, δε θέλουμε, φυσικά, με τούτο να πούμε, πως ζούμε σ’ ένα τόπο στενό, περιορισμένο, που μπορείς μ΄ ένα πήδημα να τον περάσεις και να βρεθείς μακριά του. Θέλουμε να σημάνουμε την πολυμορφία του. Ένα σύμπαν σε μια σπιθαμή γης. (…) Η μικρογραφία δημιουργεί μια ψυχή, που αισθάνεται εξουσιαστική την ανάγκη της αλλαγής. Εδώ πέρα δεν υπάρχει ο απέραντος κάμπος, να ταξιδεύεις νύχτα και μέρα και να μην τελειώνει, δεν υπάρχουν τα μεγάλα ποτάμια, δεν υπάρχουν τ’ αδιάκοπα ψηλά βουνά. Τα πάντα μοιάζουν απεικάσματα…»[4]

Το μικρογραφικό χαρακτηριστικό του ελληνικού τοπίου δεν εντοπίζεται μόνο, όπως λανθασμένα νομίζεται, στο σκληρό τόπο των νησιών μας, κει οπού απαιτήθηκε να στριμωχθεί η ζωή για να σταθεί, για να δηλωθεί και να υπάρξει, αλλά παρατηρείται και στην ηπειρωτική ορεινή χώρα, την επίσης σκληρή κι αγρία, με τους στενεμένους από τα βουνά και τα δάση (όπου υφίστανται) ορίζοντες. Και στην αφθονία της βλάστης λοιπόν η μικρογραφία… Και κει, ίδια με τα νησιά μαζεύτη ο οικισμός, οργανώθη με μέτρο η δραστηριότητα στη γη και λογίσθη η ανθρώπινη πράξη κατά την ανάγκη. Πουθενά σπατάλη γης, πουθενά ενέργεια α(συλ)λόγιστη. Το παρελθόν δίδαξε στους διαχειριστές του στενεμένου τόπου να στέκονται με σεβασμό σε αυτόν και με σύνεση να πράττουν. Τα παθήματα που «μείωσαν» τον τόπο, τους έκαμαν σοφότερους. Και δεν ενήργησαν κατόπιν αλλότρια, μακριά από τη γη και τις αξίες της. Συνειδητοποίησαν ότι μόνο ο στέρεος τόπος θα τους κρατήσει όρθιους, θα τους κάμει δυνατούς και πλέριους, ικανούς να παράξουν χωρίς να υποβαθμίσουν ή να καταστρέψουν. Τους βλέπουμε έτσι ν’ ακολουθούν πρακτικές αειφορικής διαχείρισης της γης, να υποστηρίζουν εμπειρικές πολιτικές ανάπτυξης του τόπου βασισμένες στη διατήρηση του τοπίου ως φυσικού αγαθού, να υπερασπίζονται σθεναρά το λίγο του παράδεισου που έφτιαξαν για να υπάρξουν.

Και τούτο διότι έχει καταστεί ξεκάθαρο σε αυτούς που βλέπουν τον τόπο συνειδητά, ότι το περιβάλλον όπου ζουν αποτελεί την επένδυση της ζωής τους, είναι η ανάγκη τους, καθώς κι ότι αυτό δίνει την προστιθέμενη αξία στην όποια δραστηριότητά τους, για την επιτυχία της. Η εκμεταλλευτική επένδυση της γης τους τούς αφήνει αδιάφορους, εφόσον εκτιμηθεί από τους ίδιους ότι θίγει τον τόπο, και τους κάμει πολέμιούς της όταν επιβληθεί, ακριβώς διότι ακολουθεί την εισπρακτική λογική/πολιτική της αξιοποίησης των πόρων του τόπου, που είναι αντίθετη στη θεώρησή τους για τη διαχείριση του, σύμφωνα με τη φιλοσοφία και τον τρόπο ζωής τους σε σχέση με αυτόν. Δεν είναι αντίληψη τούτη προσκολημένη στο παρελθόν, μη αναπτυξιακή και στείρα. Είναι η σοφισμένη αντίληψη τής συνείδησης για τα γύρα, που στηρίζεται στη γνώση και την αίσθηση του τόπου. Διεκδικούν έτσι το δικαίωμά τους σε αυτόν, τον διεκδικούν αξιακά και τον απαιτούν σύμφωνα με το πνεύμα του (το «πνεύμα του τόπου»), που καλά το γνωρίζουν καθόσον τον ζουν…

Στην άλλη Ελλάδα, στην ύπαιθρο γη, οπού η δημιουργία δεν υποκαταστάθηκε από την εκμετάλλευση και το ελάχιστο είναι ακόμα πλούσιο, ζεις σε έναν άλλον κόσμο, έχεις άλλην προοπτική. Εκεί συναντάς ποικιλότητα φυσικών τοπίων, καθαρότητα μορφών, ανοικτότητα οριζόντων, ομορφιά λιτή κι απλή, απέριττη και ταπεινή, συναντάς βιοποικιλότητα μοναδική, συναντάς υγιή – αρμονική σχέση των ανθρώπων με τη γη και τα φυσικά στοιχεία. Το χαρακτηριζόμενο ως παραδοσιακό ελληνικό τοπίο, αυτό της υπαίθρου, «αγκάλιασε» τα φυσικά και τ’ ανθρώπινα που το συγκρότησαν −το φως, τις γραμμές, τη φύση, τα στοιχεία της πρακτικής του τόπου, το αρχαίο μνημείο, την ανθρώπινη κατοικία κ.ά.−, τα οποία άρμοσαν παρά την όποια μεταξύ τους συγκρουσιακή υπόσταση. Έτσι συγκροτήθηκαν τοπία μ’ ενέργεια, με ζωτικότητα και πάλη εσωτερική, με ισορροπίες και συνέργειες, με αλληλεξαρτήσεις και διαδοχές. Τοπία μ’ έντονη δυναμική μα κι ευαισθησία, τοπία δυνατά και μαζί εύθραυστα.

Ο Έλληνας λοιπόν, στο ελάχιστο που προορίστηκε, έπρεπε ως συνετός διαχειριστής να δημιουργήσει το πλούσιο του τόπου, για να σταθεί όρθιος αλλά και πλήρης. Τούτο προϋποθέτει μιαν ευγένεια ψυχής, που αντικατροπτρίζεται στη συμπεριφορά του προς τα γύρα, στον τρόπο που λειτουργεί στο φυσικό κόσμο. Τούτο το αποδίδει ο Φώτης Κόντογλου με τα εξής λόγια: «Σ’ αυτό το μέρος το κάθε τι ήτανε μικρό κ’ ήμερο, για τούτο το μυαλό τ’ ανθρώπου δεν κουραζότανε, μόνο ειρήνευε».[5] Μια τέτοια όμως ανθρώπινη συμπεριφορά δεν ημπορεί στη χώρα μας να συνδυασθεί με την περίσσεια, παρά με τη διαχείριση του ελαχίστου, καθώς στο μικρό κι ολίγο εκφράζεται η χώρα, και στη μικρογραφία της απαιτείται να λειτουργήσει ο διαχειριστής της. Είναι μια συμπεριφορά που πρέπει του Έλληνα για να διατηρεί τον τόπο του ισόρροπο, στο μέτρο που του αρμόζει.

Ο Οδυσσέας Ελύτης φτιάχνει μιαν μαθηματική πράξη της αίσθησης για ν’ αποδώσει τα παραπάνω. Ξεκινά με τη διαπίστωση ότι «η περίσσεια, το αδικαίωτο στολίδι, ο μορφασμός, αποτελούν ήδη για τον Έλληνα μιαν “ύβρη”», για να καταλήξει: «Η ευγένεια, όταν γίνεται κοινό κτήμα, τρισμεγεθύνεται. Και τότε αποζητά την αναγωγή της στο ελάχιστο».[6] Αλλού, ο ίδιος μιλά για την «ικανότητα να μεταβάλλεις τα ελάχιστα σε θησαυρούς, χάρη στον τρόπο που τα χειρίζεσαι», αποτελώντας «ένα σημάδι ακόμη αυτό της μεγάλης και φυσικής ευγένειας». Λέγει δε συμπερασματικά: «Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες το ελάχιστο».[7]

Παρόλο που στοιχειώνει τον Έλληνα η αλήθεια της φράσης του Ηρόδοτου, ότι «η φτώχεια είναι η κληρονομιά της Ελλάδας», εντούτοις ο ίδιος ο Έλληνας φρόντισε να διαψεύσει την ιστορία −κατά βάσιν, τον πατέρα αυτής, τον Ηρόδοτο− αλλάζοντας τη μοίρα του, κάμοντας πλούσιο το ολίγον της γης που του αναλογούσε. Δεν έφυγε από τον τόπο τον «φτωχό» και τον πλέριωσε δημιουργώντας τοπία που θαυμάστηκαν για τη μεγαλοσύνη τους, ακολουθώντας μεθόδους και πρακτικές που δεν έθιγαν τη γη, που δεν πρόδιδαν την εμπιστοσύνη της στον πονητή της και την κινούσαν στο να δίνει, στο να προσφέρει το δυνατό της· και να γένεται έτσι πλουσιότερο το σύμπαν στο ελάχιστό του. Η πράξη τούτη είναι η επικύρωση του αυτονόητου, που επιτυγχάνεται με τη σωστή διαχείριση της γης, κι εντέλει με τη στάση ζωής του διαχειριστή, αφού το ελάχιστον για να πληρωθεί δεν απαιτεί ποσότητα, αλλά ποιότητα προσφοράς, και κόπο, και συνεχή προσπάθεια. Και τούτο διότι, ο τόπος του ελαχίστου μπορεί να είναι φτωχός (σύμφωνα με τον Ηρόδοτο), αλλά πλουταίνει με τη δημιουργία· κι όχι με την εκμετάλλευση (η τελευταία αυτή έννοια, στο λεξικό του εκσυχρονιστή, του σημερινού τεχνοκράτη, αποδίδεται ως αξιοποίηση). Για να επιτευχθεί τούτο απαιτείται συνείδηση της γης από τον διαχειριστή της και «απέραντος σεβασμός για τη φύση, με υψηλή γεωαισθητική συνείδηση».[8]

Μελετώντας δε το οικιστικό περιβάλλον του χώρου της υπαίθρου, διαπιστώνουμε ότι στη γενικότερη θεώρησή του είχε προσαρμογές στη φύση του τόπου κι ακολουθούσε το πνεύμα του. Φτιάχτηκε μεν σύμφωνα με την ανάγκη του ανθρώπου, τις κοινωνικές κι οικονομικές του συνθήκες, αλλά υπολόγισε τις δυνατότητες του τόπου κι είχε προσαρμογές στο φυσικό περιβάλλον, τέτοιες που «έδεσε» με αυτό κι αποτέλεσε βασικό δομικό στοιχείο του όλου φυσικού χώρου. Βλέπουμε έτσι, μελετώντας το, ότι στη Σαντορίνη κατασκεύαζαν χυτούς θόλους στα σπίτια, γιατί εκεί έλειπε το ξύλο, αλλά ήταν σε αφθονία η θηραϊκή γη. Στα νησιά του Αιγαίου έφτιαχναν δώματα στα σπίτια, διότι έπρεπε επί αυτών να συντηρούνται στέρνες, για να συγκεντρώνεται το νερό της βροχής, αφού στα εν λόγω νησιά υπήρχε μεγάλη έλλειψη νερού. Στα νησιά αυτά ο ασβέστης ήταν άφθονος, γι’ αυτό κι υπήρχε το άσπρο των σπιτιών, κάτι που δε συνέβαινε σε άλλα νησιά, όπως π.χ. στη Λήμνο, όπου εκεί υπήρχε έλλειψή του. Στην ηπειρωτική Ελλάδα αντίθετα, η ανάγκη απομάκρυνσης του νερού της βροχής ή του χιονιού από τα σπίτια, οδήγησε στη δημιουργία της ξύλινης στέγης, με κεραμίδια ή σχιστόπλακες. Στα νησιά του Αιγαίου επίσης, όπου ο κίνδυνος των πειρατών ήταν συνεχής, τα σπίτια χτιζόταν κολλητά το ένα με το άλλο, έτσι ώστε, λόγω και των κλίσεων του εδάφους, η αυλή του ενός, ν’ αποτελεί δώμα του άλλου, για νάναι ευκολότερη η διαφυγή, όταν δημιουργούνταν κίνδυνος πειρατικών επιδρομών. Ενώ στη Μάνη, οι διαμάχες των φατριών, επέβαλλαν την κατασκευή σπιτιών – πύργων, που θ’ άντεχαν στις επιθέσεις των αντιπάλων.

Δέστε όμως παρακάτω, διότι τούτο τελικά έχει πιότερη σημασία, την αποκαλυπτική αίσθηση του Έλληνα της Μεσογείου για τον τόπο του −δέστε τη λυρική και ταυτόχρονα τη γιομάτη παλμό αίσθηση του απλού Έλληνα: «…Στα καμπιά κοκκινίζει η παπαρούνα, με τα σατινένια φύλλα της, με κεφαλάκι στη μέση μαλιαρό, καπελωμένο με καλυμμαύκι παπαδίστικο. Η μαργαρίτα μοσχοβολά, γελά στον ήλιο, τον βλέπει κατάματα με τα κίτρινα μάτια της. Ξεβλασταίνουν τα ραδίκια κι απάνω – πάνω στο βλαστάρι τους στήνουν λουλούδι κίτρινο, με γύρο ακτινωτό, σα μικρό ξεφτέρι. Εδώ ανθεί ο αμπέλωχας, εκεί το ξυνόχορτο και το κορίμπι, πιο πέρα η βρούβα, η ραπανίδα κι ο βίκος. Στις καυκάρες ντύνεται τ’ αχινοπόδι, ο αλήφονας κι η ξερή αστοιβή, με καινούρια φυλλαράκια, που παραγεμίζουν τον αγκαθωτό τους σκελετό κι είναι σα μεγάλοι πράσινοι αχινοί κολλημένοι στο χώμα. Μοσχομυρίζει η ρίγανη, η φασκομηλιά και τ’ αθμάρι. Ανάμεσά τους ξεπετάγονται κρινάκια και ζαφόρες, φουσκιές και χωνάκια και λεπτεπίλεπτα χορταράκια, που κανείς δε ξέρει τ’ όνομά τους, μ’ ανθάκια σταυροπέταλα, ντελικάτα, άσπρα και κίτρινα και μπλε. Και στ’ απότοιχα, πρασινίζουν ασκαλιάροι γαλατεροί, σκάρφια και φουφλιές, σταυράγκαθα κι απουράνοι μ’ αγκαθωτή αγκινάρα. Περνά η Άνοιξη, αποστρέφονται τα χόρτα και τα λουλούδια της. Πυρώνει την πέτρα ο ήλιος του καλοκαιριού, καίει τον κόσμο. Μα τ’ αθμάρι ρουφά την ανεπνιά της νύκτας, γεμίζει με λουλουδάκια μαβιά. Ανθίζει ο βάτος στα λαγκάδια κι η αλυγαριά στις αμμουδαριές και μέσα απ’ τα γκρεμνά απλώνει καταπράσινα φύλλα η κάπαρη. Κρατά το λουλούδι της κλεισμένο σε βαβούλι σφιγκτό, σα μικρή καρδούλα, κι όταν ανοίγει είναι σα φούντα από στήμονες, πολύχρωμους, μακριούς, πάνω σε πέταλα κουφετιά και άσπρα».[9]

Και μιαν άλλη ωραία, λυρική αυτή τη φορά, περιγραφή της ελληνικής υπαίθρου δίνουμε από τον συγγραφέα – δημοσιογράφο Βασίλη Ηλιάδη, σε χρονογράφημά του το 1930 με τον τίτλο «Η ρεμματιά»: «Η θεία γαλήνη απλώθηκε σ’ ολόκληρο το ακραίο ελληνικό νησάκι του Αιγαίου −τη Νιο. Το δείλι αγκάλιασε με τους μενεξέδες του το καθετί και οι ίσκιοι που κατέβηκαν αρμονικά από τις υψηλές βενετσιάνικες βίγλες εγέμισαν την ατμόσφαιρα από τρυφερότητα, νοσταλγία και παράδοξο μυστικισμό. Ωραίες στιγμές του αγνού νησιού οπού αισθάνεται κανείς κάτω από ένα κόσμο ρεμβασμών την ψυχική του περισυλλογή ακέραια! (…) Τα λευκά σπίτια της μικρής πολιτείας που είναι σκαρφαλωμένα απάνω εις τα γκρεμνά γίνουνται αριστοτεχνικός πίνακας της εποχής της Αναγεννήσεως και οι χιονάτοι μύλοι που υψώνονται απάνω από τη λευκή νησιώτικη πολιτεία παίρνουνε την μορφή δερβισάδων που ετοιμάζουνται για τον θρησκευτικό των βακχικό χορό. Είναι η ώρα του κάμπου. Η μεγάλη ρεμματιά του που οδηγεί προς το γιαλό ανοίγει την αγκαλιά της προς τη χαρά και τον έρωτα. Οι φουντωμένες αλυγαριές και οι ανθισμένες ροδοδάφνες της συνθέτουν ατμόσφαιρα αισθησιασμού, και η θρησκευτική ποίησις απλώνει σιγά και αρμονικά πίσω από τους λόφους με τα κοπάδια και πίσω από τους φράχτες τους φορτωμένους με τις αμυγδαλιές και τις συκιές. Η χαρά της ρεματιάς γίνεται ολοένα νησιώτικο τραγούδι, τρυφερή μαντινάδα, ερωτική εκδήλωσι, ψιθύρισμα, σβυσμένος ήχος φιλιού. Πελώριες βεντάγιες οι αλυγαριές ανεμίζονται ρυθμικά και η πανσέληνος τυλίγει με το ασημί της, όσο προχωρεί η νύχτα, την ερωτική γοητεία της ρεμματιάς».[10]

Ο Οδυσσέας Ελύτης, διεισδυτικός στη σκέψη του για τον Έλληνα και τον τόπο, αναφέρεται στη διαμόρφωση του ελληνικού τοπίου σύμφωνα με το βίο του Έλληνα, μέσα από μια σχέση αρμοστή κι ειλικρινή, έτσι που το τοπίο να προκύπτει ως «η προβολή της ψυχής του λαού πάνω στην ύλη». Ιδού τα λόγια του: «Πήρε να χειμωνιάζει. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει τη γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντίκρυ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει, ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο· που, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις· ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τ’ ασήμαντα, και διαμορφώνει, κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στέρεο έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου −παραλίγο να πω η ψυχή μου. Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων· είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να πιστεύω −και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση− ότι, όπως και να το εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε και εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρυθρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστερώνες και γλάστρες με γεράνια. Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες…»[11]

Προχωρώντας τη σκέψη του ο Ελύτης γίνεται πιο συγκεκριμένος σ’ ότι αφορά στη βιωματική σχέση του Έλληνα με το περιβάλλον του. Λέγει: «Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή υπάρχουν διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι ολίγοι. Και, μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προσφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται, χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα, χωρίς να υπάρχει κενό».[12]

Κείνο στ’ οποίο καταλήγουμε σε σχέση με το ελληνικό τοπίο και τη δραστηριότητα του Έλληνα σε αυτό, είναι ότι κάθε έκφραση δημιουργίας στις περιοχές της Ελλάδας, προέκυπτε βάσει των ιδιαιτεροτήτων των περιοχών της και των κοινωνικών απαιτήσεων που υπήρχαν, όμως η όλη συγκρότηση επήλθε μες το ιδιαίτερο περιβάλλον του μεσογειακού γεωγραφικού χώρου, γεγονός που επέβαλλε στη δημιουργία την ύπαρξη κοινών κωδίκων λειτουργίας στη Μεσόγειο. Οι κώδικες αυτοί εκφράστηκαν διαφορετικά στα εθνικά και στα τοπικά όρια περιοχών της Μεσογείου, σύμφωνα με τις ιστορικές, τις πολιτιστικές, τις πολιτικές, τις κοινωνικές, τις οικονομικές, τις περιβαλλοντικές καταβολές και συνθήκες των περιοχών αυτών, μ’ αποτέλεσμα να προκύπτουν τοπία ιδιαίτερα και σημαντικά για το ρόλο τους στη συγκρότηση και το χαρακτήρα του τόπου. Τοπίο τέτοιο είναι το ελληνικό, ως σύνολο και κατά τοπική αναφορά, τ’ οποίο είναι μεν μεσογειακό, δεν είναι μολοντούτο ίδιο με άλλο της Μεσογείου, καθώς διαφοροποιείται έχοντα την ιδιοσυστασία του· ούτε ίδιο είναι και μέσα στον ελληνικό τούτο χώρο, καθώς παρουσιάζει σε αυτόν ποικιλία μορφών κι αποδόσεων!

(απόσπασμα από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου “ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ. Σπουδή του τόπου και θεώρηση του ελληνικού τοπίου”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Κόντογλου Φ., «Τη πτωχεία τα πλούσια. Η γνήσια ελληνική τέχνη», κείμενο δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ελευθερία» στο φύλλο της 11ης-12-1955, περιλαμβανόμενο στον τόμο «Ευλογημένο καταφύγιο», εκδόσεις Άγκυρα, Αθήνα 2009, σελ. 160-161.

[2] Ελύτης Οδ., «Σχέδιο για μια εισαγωγή στο Αιγαίο» (1972), στο «Εν λευκώ», εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1993, σελ. 17.

[3] Καζαντζάκης Ν., «Η γη της Ελλάδας», περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος», 25 Απριλίου 1959.

[4] Παναγιωτόπουλος Μ. Ι., «Θέσεις και αντιθέσεις του ελληνικού τοπίου», έκδοση Ελληνικής Περιηγητικής Λέσχης, Αθήνα 1953, σελ. 15 & 24.

[5] Κόντογλου Φ., «Τ’ Αϊβαλί, τα Μοσκονήσια κ’ η αρχαία Ποροσελήνη», από τη συλλογή διηγημάτων «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου», εκδόσεις Παπαδημητρίου, Αθήνα 2001, σελ. 73.

[6] Ελύτης Οδ., «Τα επιτύμβια», που περιλαμβάνονται στον τόμο «Εν Λευκώ», εκδόσεις Ίκαρος, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1992, σελ. 30, 32.

[7] Ελύτης Οδ., «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», που περιλαμβάνεται στον τόμο «Εν Λευκώ», ο.π. σελ. 70, 71, 105.

[8] Φράση του Μανώλη Γλέζου στο έργο του «Η συνείδηση της πετραίας γης. Κυκλαδογραφίες», εκδόσεις Τυπωθήτω, Αθήνα 1997.

[9] Αλεξόπουλος Κ., «Τήνος. Το μικρό οδοιπορικό», εκδόσεις Ερίννη, Αθήνα 1993, σελ. 58-59.

[10] Ηλιάδης Β., «Η ρεμματιά», χρονογράφημα, εφημερίδα «Η Ακρόπολις», φύλλο 2-2-1930.

[11] Ελύτης Οδ., «Δημόσια και τα Ιδιωτικά», στον τόμο «Εν Λευκώ», εκδόσεις Ίκαρος, πρώτη έκδοση, Αθήνα 1992, σελ. 365-366.

[12] ο.π. σελ. 367-368.

Η Μαργαρίτα

του ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΜΠΟΥΛΟΥ

Ένας λαχειοπώλης ήταν που γύριζε όλη μέρα με το κοντάρι των λαχνών, πουλώντας ελπίδες για να συμπληρώσει την σύνταξη. Κουτσός αλλά το χαμόγελό του, ολόκληρο. Τον θυμάμαι για χρόνια, να περνά από τη γειτονιά κάθε Τετάρτη.
Στη γωνία, μετά το «γηπεδάκι», υπήρχε μία μάντρα οικοδομών, ένα σιδεράδικο και ένα καφενείο. Πελάτες ελπίδας. Τον είχαν για γουρλή. Κάποιοι είχαν κερδίσει διάφορα μικροποσά αλλά για την εποχή, ήταν λογαριασμός. Λένε, ότι σε ένα (ακαθόριστο) κάποτε, κάποιος ( άγνωστος) είχε πάρει λαχείο από αυτόν, που κέρδισε ένα εκατομμύριο. Ήταν μία φήμη που ο ίδιος ποτέ δεν υποστήριξε αλλά όταν τον ρώταγες αν είναι αλήθεια, σου απαντούσε «που να ξέρω; Τόσα χρόνια πουλάω λαχεία. Αν κάποιος κέρδισε, νάναι καλά και να τα χαρεί».
Η παρουσία του είχε την κανονικότητα ενός ελβετικού ρολογιού. Όταν τον έβλεπες, ήξερες ότι ήταν Τετάρτη. Η πρώτη Τετάρτη που δεν τον είδαμε, ήταν η μέρα της οριστικής του αναχώρησης. Τον είχε κτυπήσει το αυτοκίνητο ενός Αμερικανού στρατιωτικού της βάσης του ελληνικού. Άκρη, με τον Αμερικανό, δεν βρέθηκε. Υπήρχε και η ετεροδικία τότε και ποτέ δεν μάθαμε περισσότερα.
Είχε μια κόρη, που είχε έρθει στη γειτονιά ρωτώντας αν κάποιος ήξερε κάτι. Θυμάμαι ότι ήταν ένα λεπτεπίλεπτο πλάσμα, σχεδόν αέρινο, με ένα τεράστιο χαμόγελο σαν του πατέρα της με γραμμές αβάσταχτης μελαγχολίας, που σπούδαζε στο πανεπιστήμιο και δούλευε κάπου, παράλληλα, γιατί η μητέρα της ήταν κατάκοιτη. Την είχα γνωρίσει γιατί, δεν θυμάμαι πως, ο πατέρας μου είχε φέρει στο σπίτι, το κοντάρι του με τους λαχνούς και ένα τσαντάκι που φορούσε, περασμένο στον ώμο και της τα έδωσε.
Ένα καλοκαίρι, λίγο πριν το μεσημέρι, καθόμουν στην μάντρα έξω από το σπίτι κάτω από τις ακακίες και διάβαζα ΜΠΛΕΚ. Κάποια στιγμή, σηκώθηκα να πιω νερό από το λάστιχο και μόλις πήγα να κλείσω τη βρύση, τον άκουσα να μου λέει «να πιω και ‘γω λίγο, γιέ μου;». Ακούμπησε το κοντάρι των λαχνών στην μάντρα, έβγαλε το τσαντάκι του ώμου και το άφησε δίπλα, έσκυψε, πρώτα έπλυνε το πρόσωπο και μετά ήπιε με μικρές, υπολογισμένες γουλιές.
Έκλεισε την βρύση, τύλιξε γύρω της το λάστιχο, έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη, σκούπισε το πρόσωπό του και κάθισε στη μάντρα. «Πώς το πάθατε, με το πόδι;» τον ρώτησα «δεν σας κουράζει έτσι να περπατάτε και να πουλάτε λαχεία όλη μέρα; Δεν μπορείτε να βρείτε μία πιο ξεκούραστη δουλειά;». Γέλασε. Μου χάιδεψε το κεφάλι. «Η ζωή είναι σαν δρόμος που δεν ξέρεις που θα σε βγάλει. Ούτε τι θα συναντήσεις. Αλλά, ότι και αν γίνει, πρέπει να τον περπατήσεις. Ακόμη και αν είσαι σαν και μένα».
Απάντηση δεν ήτανε αλλά πρώτη φορά –και τελευταία- που του μίλαγα και είχα να ρωτήσω και άλλα. «Δεν μπορείτε να κρατήσετε ένα από τα λαχεία σας που να κερδίζει, για να μην ξαναδουλέψετε;». Ξαναγέλασε. «Δεν πιστεύω στην τύχη. Μόνο στον άνθρωπο» μου είπε. «Δηλαδή, τους κοροϊδεύετε τους ανθρώπους που τους δίνετε λαχεία;» του είπα, λίγο ξαφνιασμένος γιατί μου φάνηκε σαν κακό αυτό που είπε για την τύχη και τον είχα για καλό άνθρωπο.
«Οχι. Δεν τους κοροιδεύω. Αγοράζουν ελπίδες για να ταΐσουν τον χρόνο. Αλλιώς, ο χρόνος θα τους φάει». Έτσι όπως μιλούσε σαν πυθία, ήταν σαν την μακαρίτισσα την γιαγιά, όταν έλεγε τα παραμύθια. «Και πως τους τρώει ο χρόνος τους ανθρώπους;». «Α, όπως μαδάμε την μαργαρίτα. Πέταλο με πέταλο. Κομμάτι – κομμάτι». «Και άμα ο άνθρωπος δεν θέλει να πεθάνει, τι κάνει;» ρώτησα πάλι. «Χμ…» έκανε σαν να σκεφτότανε και με το ένα χέρι έτριψε το πηγούνι λες και αυτό θα βοηθούσε να κατεβάσει μία ιδέα. «Αμα δεν θέλει να πεθάνει, δεν γίνεται μαργαρίτα. Δεν αφήνει να τον μαδήσουνε».
Κοίταξε το ΜΠΛΕΚ. «Μόνο εικονογραφημένα, διαβάζεις;» με ρώτησε. «Οχι» απάντησα λίγο ντροπιασμένος, λίγο προσβεβλημένος. «Και Ιούλιο Βερν, και Δουμά και Βενέζη και Λουντέμη και Μάσκα και άλλους» του είπα. Σηκώθηκε. «Τον γέρο και την θάλασσα, το έχεις διαβάσει;» ξαναρώτησε την ώρα που περνούσε το τσαντάκι στον ώμο και πήρε πάλι το κοντάρι με τους λαχνούς.«Οχι» του είπα. «Ποιος το έχει γράψει;» ρώτησα. «Ο Χέμινγουεϊ» μου απάντησε. «Τον ξέρεις;». «Έχω δει την ταινία για ποιόν κτυπά η καμπάνα» απάντησα περήφανος. «Δεν έχεις διαβάσει, όμως;». «Οχι, δεν έχω» του είπα λίγο πειραγμένος που δεν εκτίμησε το ότι είχα δει την ταινία. «Την άλλη βδομάδα, θα σου φέρω το βιβλίο του Χέμινγουεϊ, με τον γέρο» μου είπε.
Μου χάιδεψε ξανά το κεφάλι και έφυγε. Το βιβλίο, το βρήκα στην μάντρα, εκεί που είχαμε καθίσει, την επόμενη Τετάρτη. Είχε περάσει νωρίτερα από την ώρα του. Μέσα στο βιβλίο είχε υπογραμμίσει μία φράση μόνο. «Ο άνθρωπος καταστρέφεται αλλά δεν νικιέται ποτέ». Το σκέφτομαι πολύ τον τελευταίο καιρό. Να είσαι μαργαρίτα και να τους αφήνεις να σε σκοτώνουν πέταλο με πέταλο και μνημόνιο με το μνημόνιο ή να είσαι άνθρωπος και να το παλεύεις;

Τα καλοκαιρινά φεστιβάλ του Κορινθιακού κόλπου

Κι αυτό το καλοκαίρι τα ΄΄πέριξ΄΄ του Κορινθιακού κόλπου προσφέρονται για αποδράσεις διασκέδασης με τα διάφορα φεστιβάλ που διοργανώνονται. Παρακάτω μπορείτε να πάρετε μια πρώτη γεύση.

Διαβάστε Περισσότερα

Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) – Τα Δίκαια του Ανθρώπου

ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ (ΦΕΡΑΙΟΣ): Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ 

Απόσπασμα από το επαναστατικό του κείμενο «Δίκαια του Ανθρώπου», που περιλαμβάνεται στο κείμενο που εκδόθηκε στη Βιέννη στα 1797 με τίτλο “Νέα Πολιτική Διοίκηση των κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας”

Διαβάστε Περισσότερα

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟ

Καιρός σήμερα και πρόγνωση καιρού για κάθε περιοχή

Κοινωνικη δικτυωση